«ΑΝΑΡΧΙΑΣ ΜΕΙΖΟΝ ΟΥΚ ΕΣΤΙ ΚΑΚΟΝ»

 

[ΣΟΦΟΚΛΗΣ, Αντιγόνη, 672]

Ημέρα Δευτέρα 9η Δεκεμβρίου, του έτους 2008, μέρα μουντή, υγρή και πενθιμόμορφη. Λες «καλημέρα» και εισπράττεις κακοδιάθεση, άρνηση για κουβέντα, μια περίεργη καχυποψία για τα μελλούμενα στην πατρίδα μας, στη δημοκρατία μας, στον πολιτισμό μας. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη κι άλλες πόλεις της Ελλάδας χθες βράδυ πυρπολήθηκαν, ρήμαξαν, ήρθαν τα πάνω κάτω, στάχτη και αποκαϊδια, ένα πελώριο τσουνάμι βίας και καταστροφής έχει ανασκάψει τη ζωή των εργαζόμενων, του επιστήμονα, του αγρότη, του εργάτη, του φιλήσυχου πολίτη, του αγωνιστή της καθημερινότητας. Σηκώνεις τα μάτια και βλέπεις μαυρίλα, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, κάδους καμένους, μαγαζιά καταστραμμένα, δακρυγόνα και μια απέραντη αταξία. Και σε μια στιγμή, σχεδόν συνειρμικά, αντικρίζοντας  την βομβαρδισμένη Πρωτεύουσα έρχεται στο μυαλό μου η φράση του Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή «αναρχίας μείζον ουκ έστι κακόν»[=δεν υπάρχει πιο μεγάλο κακό από την αναρχία] (στ. 672).

Και φαίνεται απόλυτα δικαιωμένος στη σημερινή ευρωπαϊκή Ελλάδα. Με την δυστυχή και απρόσμενη αυτή περίσταση, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη και εποικοδομητική η παράθεση και αντιπαράθεση μερικών σκέψεων και στοχασμών πάνω στο ζήτημα της αναρχίας και του αναρχισμού που ξαναέρχεται απειλητικότερο στις σημερινές δυτικές κοινωνίες και με ιδιαίτερη ένταση στη Χώρα μας. Πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι αυτό που έζησε η Αθήνα το βράδυ της Κυριακής 8/12/2008 δεν ανήκει στα θεωρητικά χαρακτηριστικά της αναρχικής πρακτικής, αλλά πρόκειται κυρίως για εκδηλώσεις των παρτιζάνων/ανταρτών πόλεων που εκτελούνται με ακρίβεια σύμφωνα με τις οδηγίες του «Εγχειρίδιου του Αντάρτη Πόλεων» γραμμένου από τον εκ των ηγετών της βραζιλιάνικης Επανάστασης, Κάρλο Μαριγκέλα. Υποκειμενικά τείνω να συμφωνήσω με την δεύτερη εκδοχή. Αφήνοντας την ιστορία του αναρχισμού που συστηματοποιήθηκε σαν φιλοσοφική και κοινωνιολογική σκέψη στον 19ο αιώνα στον ευρωπαϊκό χώρο, διαπιστώνουμε πως στις μέρες μας η αναρχία με τη μορφή της επαναστατικής αστικής βίας στρέφεται και απειλεί αυτές τις ίδιες τις δομές του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος. Σχετικά με το κοινωνικό και πολιτικό αυτό φαινόμενο έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί διάφορες απόψεις, οι οποίες, όπως είναι φυσικό, ανάγονται σε τελική ανάλυση σε μια αντιαναρχική ή, αντίθετα, σε μια φιλοαναρχική θεώρηση. Έτσι, άλλοι υποστηρίζουν ότι αποτελεί η αναρχία το σοβαρότερο κίνδυνο για την ομαλή λειτουργία των κοινωνικών συνόλων και άλλοι ότι ενσαρκώνει τον ενδιάθετο πόθο κάθε έλλογου όντος για αυτοδιάθεση, αυτονομία και αυτεξουσιότητα. Από την ετυμολογία της λέξης «αναρχία» διαφαίνεται πως πρόκειται για μια θεωρία που αρνείται κάθε αρχή, κάθε εξουσία. Η λέξη «αναρχία» χρησιμοποιείται για να περιγραφεί μια κατάσταση χάους και αταξίας, μια κατάσταση εκτός ελέγχου. Έτσι ένας άνθρωπος με ελλιπή πληροφόρηση επί του θέματος, μπορεί να νομίζει πως αναρχία σημαίνει χωρίς αρχές. Η λέξη αναρχία προέρχεται από το στερητικό “α” και τη λέξη “αρχή” που σημαίνει εξουσία. Έτσι μπορούμε να πούμε πως αναρχία σημαίνει “χωρίς εξουσία”. Η αναρχία είναι η θεωρία η οποία προτείνει μια κοινωνία απαλλαγμένη από τα δεσμά της εξουσίας, μια κοινωνία όπου η κυρίαρχη ηθική αρχή είναι το να κάνεις στον άλλον ό,τι θα ήθελες να σου κάνει και αυτός υπό τις ίδιες περιστάσεις, μια κοινωνία με αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια που είναι αναγκαία για την επιβίωση και την εξέλιξη του ανθρώπου καθώς είναι κοινωνικό ον. Αν ρωτήσουμε έναν ατόφιο αναρχικό τι παίζεται με τον όρο αναρχία/αναρχισμός, θα πάρουμε την εξής απάντηση: «Ως αναρχικοί αρνούμαστε το Κράτος, σαν κύριο εκπρόσωπο της εξουσίας και γιατί έχει δημιουργηθεί για να διασφαλίζει με νόμους, βία και προπαγάνδα τα συμφέροντα και την ιδιοκτησία των Καπιταλιστών. Αρνούμαστε την εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο και πιστεύουμε πως η μόνη εξουσία στην οποία ο άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται είναι αυτή της φύσης, δηλαδή να ζει μαζί της αρμονικά γιατί δεν μπορεί να επιβιώσει ανεξάρτητα από αυτή όντας κομμάτι της. Οι αναρχικοί επιδιώκουμε μια κοινωνία με απόλυτη ελευθερία γιατί την θεωρούμε το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο αγαθό. Θέλουμε μια κοινωνία με αυτοδιεύθυνση και άμεση δημοκρατία, όπου κάθε κοινότητα θα είναι αυτόνομη και οι άνθρωποι θα συναποφασίζουν και θα αλληλοβοηθειούνται, για να προοδεύουν υλικά και πνευματικά. Θέλουμε τα μέσα παραγωγής να ανήκουν στις κοινότητες και οι άνθρωποι να τα χρησιμοποιούν προς όφελος τους και όχι προς όφελος των αφεντικών. Δεν πιστεύουμε σε σύνορα και πατρίδες γιατί πιστεύουμε στην αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. Τα σύνορα δημιουργήθηκαν στους αιώνες από τους κεφαλαιοκράτες και τους κρατιστές για να χωρίσουν τις ιδιοκτησίες και την κυριαρχία τους. Εμείς θεωρούμε πατρίδα μας ολόκληρη τη γη, γιατί πάνω σε αυτή ζουν όλοι οι άνθρωποι και έχουμε για ιστορία μας την ιστορία όλων των πολιτισμών γιατί τους θεωρούμε όλους ισάξιους και μας αρέσει να παίρνουμε θετικά απ’ όλους. Εφόσον οι μισθωτοί δούλοι όλης της γης έχουν τα ίδια συμφέροντα θα πρέπει να είναι αδελφωμένοι για να τα ικανοποιήσουν. Τα Κράτη για να διχάζουν τους ανθρώπους ώστε να μην ξεσηκώνονται εναντίον τους και για να τους χρησιμοποιούν για τους πολέμους τους, θέτουν όλα σαν πρόσχημα την εθνική ενότητα, δηλαδή την συμφιλίωση εκμεταλλευτών με τους εκμεταλλευόμενούς τους λέγοντας ότι είναι ένα έθνος και πως έχουν εθνικούς εχθρούς να αντιμετωπίσουν. Έτσι αρνούμαστε τους ιμπεριαλιστικούς και τους εθνικούς πόλεμους και υποστηρίζουμε μόνο τον κοινωνικό-ταξικό πόλεμο. Θέλουμε την καταστροφή κάθε μορφή ιεραρχίας, κοινωνικών ανισοτήτων και όλων των τάξεων, θέλουμε δηλαδή πραγματική ισότητα και δίκαιη κατανομή του πλούτου. Στον αγώνα μας για την αναρχία χρησιμοποιούμε σαν όπλα μας την αλληλεγγύη, την πολύμορφη δράση και την αυτοοργάνωση. Είμαστε κατά της άσκοπης βίας. Την χρησιμοποιούμε μόνο ενάντια στην Κρατική βία. Η αναρχία θα επικρατήσει ενάντια σε Κράτος και Κεφάλαιο μόνο με Κοινωνική Επανάσταση, η οποία θα συντρίψει όλους τους αστικούς θεσμούς και θα ανοίξει το δρόμο προς την ελευθερία». Ο αναρχισμός συνεπώς καταργεί στην πράξη τη γονική κηδεμονία, την θετική δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου, την εργασία, τους ηθικούς κανόνες και τις δεσμευτικές ηθικές έννοιες, ακόμα και τον ίδιο το Θεό. Στη θέση της εξουσίας τοποθετεί την εθελοντική συνεργασία και την αμοιβαία βοήθεια στη ζωή των ανθρώπων, ενώ κατακρίνει την υποχρεωτική συνεργασία ή την απειλή του εξωτερικού καταναγκασμού. Σε θεωρητική βάση, η ουσία του αναρχισμού είναι ο πόθος κάθε ανθρώπου για ελευθερία, για αποδέσμευση από κάθε εξάρτηση. Η απόλυτη ανεξέλεγκτη ελευθερία, το «ζην ως βούλεταί τις» του Αριστοτέλη βρίσκεται στο επίκεντρο της γνήσιας αναρχικής ιδεολογία. Να δούμε τώρα την αδελφή προς τον αναρχισμό θεωρία και πράξη του αντάρτη πόλεων. Πώς ορίζεται όμως ένας αντάρτης πόλεως; Κατά Μαριγκέλα, ο αντάρτης πόλεως, οφείλει να είναι άνθρωπος που ξέρει να κρατά το στόμα του κλειστό, γενναίος κι αποφασιστικός, πολύ καλός με τα όπλα, ικανός να αντεπεξέλθει στην αποστολή του, γνωρίζοντας ότι πάντα θα είναι σε μειονεκτική θέση. Οφείλει να υπερασπίζεται ένα δίκαιο σκοπό, έναν λαϊκό σκοπό και να επιδεικνύει ηθική ανωτερότητα, ιδεολογική συνέπεια, αδιάσειστη επιμονή στις αρχές του. Για να παραμείνει «ετοιμοπόλεμος», επιδιώκει την καλή φυσική κατάσταση. Πρέπει να είναι, επίσης, άφοβος και ικανός να «κάνει τη νύχτα μέρα». Οπλίζεται με ιδιαίτερα μεγάλη υπομονή και δεν πρέπει ποτέ μα ποτέ να ενδίδει στην «αυθόρμητη δράση». Πρέπει, επίσης, να μην αφήνει ποτέ ίχνη πίσω του και να έχει ισχυρότατη μνήμη, καθώς απαγορεύεται να κρατά ντοκουμέντα. Ένας νέος αντάρτης πόλεως μπορεί να στρατολογηθεί από όλους τους κοινωνικούς χώρους (ο Μαριγκέλα προτείνει ακόμη και τον εκκλησιαστικό χώρο). Ο «νεοσύλλεκτος» πρέπει να έχει διαμορφωμένη πολιτικο-επαναστατική ιδεολογία, να προετοιμαστεί μαθαίνοντας τεχνικά/αυτο-αμυντικά/οπλικά κ.α. συστήματα και κατόπιν να περάσει στη δράση. Οφείλει, επίσης, να ζει μιαν απλή και συνηθισμένη ζωή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, να ντύνεται απλά και να ζει από τη δουλειά του και μόνον. Τα χρήματα που η οργάνωση μπορεί να «απαλλοτριώσει» από καπιταλιστές, τράπεζες κλπ, [Σημείωση συντάκτη: ακούσαμε με τα αφτιά μας τις κραυγές των κουκουλοφόρων «νεαρών» την ώρα που έσπαγαν αλύπητα τις βιτρίνες στην Ερμού, την Ακαδημίας και την Αλεξάνδρας και πετούσαν τις βόμβες Μολότωφ-αυτόν τον τεχνικό όρο ¨απαλλοτρίωση»] δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για να τα «βγάζουν πέρα» οι αντάρτες. Χρησιμοποιούνται για όπλα, μετακινήσεις, επιχειρήσεις και διασώσεις. Ο αντάρτης πόλεως που περνά στη δράση πρέπει να έχει άριστη φυσική κατάσταση, να είναι ιδιαίτερα ικανός με τα χέρια του, ικανός στην αυτοάμυνα και τα όπλα, να γνωρίζει από κυνήγι, ψάρεμα, κολύμβηση, οδήγηση, πιλοτάρισμα, να έχει βαθιά γνώση των ηλεκτρονικών, της χαρτογράφησης, γνώσεις ιατρικής και όλη την «προσκοπική» εκπαίδευση (προσανατολισμός, κόμποι κλπ). Στη δράση του πρέπει να προτιμά τα ελαφρά όπλα (λόγοι: μεταφορά, σύνδεση) -από το Μαριγκέλα προτείνονται αυτόματα 45αρια και 38αρια. Επειδή η επιβίωσή του εξαρτάται από την ικανότητά του στα όπλα, οφείλει να είναι άριστος χρήστης. Η οργάνωση δομείται με βάση μικρούς πυρήνες. Τέσσερις ή πέντε αποτελούν έναν πυρήνα εκτελεστών των αποστολών. Χρειάζονται δύο τουλάχιστον τέτοιες ομάδες, χωριστές και «συμπαγείς» που τις κατευθύνει ένας, το πολύ δύο άτομα, τα οποία είναι οι εμπειρότεροι εκτελεστές. Στην ομάδα των εκτελεστών πρέπει να υπάρχει πλήρης εμπιστοσύνη μεταξύ των συντρόφων. Στις ομάδες αυτές ανήκει ο σχεδιασμός κι η εκτέλεση των επιχειρήσεων, η συντήρηση και χρήση των όπλων και η μελέτη και βελτίωση των μεθόδων κρούσης. Στην οργάνωση δεν πρέπει να υπάρχει «η παλιά αριστερή ιεραρχία», οπότε δεν σχεδιάζει η «στρατηγική» (αρχηγική) ομάδα τις ενέργειες. Κάθε ομάδα εκτελεστών έχει τη δική της «ατζέντα» αλλά αν η στρατηγική ομάδα προτείνει κάποια ενέργεια αυτή προηγείται. «Αυτό σημαίνει ότι κάθε ομάδα εκτελεστών μπορεί να επιτεθεί σε τράπεζα, απαγάγει ή εκτελέσει πράκτορες της δικτατορίας...χωρίς να χρειάζεται να συμβουλευτεί την γενική διοίκηση. Καμία ομάδα εκτελεστών δεν πρέπει να μένει ανενεργός, αναμένοντας εντολές άνωθεν. Οφείλει να δρα... Ούτως, εξαφανίζεται η ανάγκη να γνωρίζει (η ομάδα) ποιος εκτελεί ποια δράση.» Με αυτό τον τρόπο (κανείς πυρήνας δε γνωρίζει άλλον πυρήνα ή τα πρόσωπα της διοίκησης, η οποία ενημερώνει την εκάστοτε ομάδα χωρίς εμπλοκή προσώπων) «η Οργάνωση είναι ένα αδύνατον να καταστραφεί σύστημα πυρήνων εκτελεστών και συντονιστών των ομάδων που απλώς δρα, απλά και πρακτικά, με μια γενική διοίκηση που επίσης συμμετέχει προτείνοντας επιθέσεις». Για την διαφύλαξη των «λογιστικών» του κάθε πυρήνα (τα οποία δε γνωρίζει ή χρησιμοποιεί έτερος πυρήνας) οφείλει από την πρώτη στιγμή να υπάρχει δίκτυο «εξόδου» που θα μπορεί να φυγαδεύσει το οπλοστάσιο «ακόμη και μέσα από μπλόκα της αστυνομίας». Η δράση Επιθέσεις: Στόχος των ένοπλων επιθέσεων είναι η συλλογή πόρων (χρήματα-όπλα-πυρομαχικά), η απελευθέρωση κρατουμένων ή τα οφέλη που αποκομίζονται στον ψυχολογικό πόλεμο (επίθεση σε αστυνομικό τμήμα, σε στρατόπεδο κλπ). Στις επιθέσεις, ο αντάρτης πόλεων οφείλει να μην προβεί σε καμία πράξη βίας που δεν κρίνεται απολύτως αναγκαία, ώστε να μην καταστρέψει την (ηθική) εικόνα του στα μάτια του λαού και, επίσης, με προκήρυξη, να αναλαμβάνει την ευθύνη και να εξηγεί τους λόγους που οδηγούν στη συγκεκριμένη δράση.

Εκτελέσεις: «Αυτός που δεν επιθυμεί να κάνει κάτι για τους Επαναστάτες, ας μην κάνει και τίποτε εναντίον τους», τομίζει ο Μαριγκέλα, ορίζοντας την ποινή όσων δεν «υπακούσουν»: «Όσοι, με την θέλησή τους πηγαίνουν στην αστυνομία και κατηγορούν ή κάνουν δηλώσεις που δίνουν στις αρχές στοιχεία και πληροφορίες και καταδίδουν ανθρώπους, πρέπει να εκτελούνται, όταν συλλαμβάνονται από τον αντάρτη πόλεως». Για τις σχεδιασμένες εκτελέσεις «ιμπεριαλιστών» και «εξουσιαστών», την εκτέλεση προτείνεται να «αναλαμβάνει ένας ελεύθερος σκοπευτής, υπομονετικός, μόνος και άγνωστος που θα δράσει σε απόλυτη μυστικότητα και με ψυχρότητα». Τα μέσα διαφυγής πρέπει να εκμεταλλεύονται το κυκλοφοριακό χάος των αστικών κέντρων, κι ο αντάρτης να γνωρίζει πολύ καλά το «τερραίν» (γι αυτό και προτιμούνται οι μοτοσυκλέτες από τους εκτελεστές). άλλες πρακτικές (απαγωγές, απεργίες κλπ) που προτείνονται στο Εγχειρίδιο, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως στην χώρα μας.

Ύστερα από την περιγραφή του δικέφαλου τέρατος Αναρχισμός και Αντάρτες Πόλεων, νομίζουμε ότι ικανοποιητικά θα έχουμε καταλάβει πόσο δύσκολη είναι η προσπάθεια επιτυχούς αντιμετώπισης του προβλήματος που πλήττει την καρδιά της Δημοκρατίας και απειλεί να κλονίσει συθέμελα το πολιτικό μας σύστημα.