Η ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΟΣ ΗΘΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΜΕΣΟΥ;

 

Ο J. LACROIX στο «Πνευματικό Οδοιπορικό» του εξετάζει το πρόβλημα των σκοπών και των μέσων από άποψη ψυχολογική και φτάνει στη διαπίστωση πως είμαστε άνθρωποι περισσότερο των μέσων που χρησιμοποιούμε στη ζωή παρά των σκοπών που ακολουθούμε. Ενεργούμε ασυνείδητα, άσκοπα, ζούμε κατά τύχη. Αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος για τον οποίο δε δικαιώνει, δεν αγιάζει τα μέσα ο σκοπός, όπως αντίθετα υποστήριζε ο Ν. Μακιαβέλλι (1469-1527). Τι είναι όμως σκοπός και τι μέσα;

Σε απάντηση παραθέτω τον ορισμό του αξιώματος και στη συνέχεια την πολιτική και ηθικολογική ανάλυση που κάνει ο διανοητής Περικλής Γιάνναρης: “Finis est prima in intentione, ultima in executione” (=Ο σκοπός βρίσκεται αρχικά στη διάνοια, τελικά όμως στην εκτέλεση). Ο σκοπός είναι το τέλος μιας διαδρομής που ξεκινάει με τη σκέψη, εξελίσσεται με την προσπάθεια και το σχεδιασμό και ολοκληρώνεται με το αποτέλεσμα. Ο σκοπός, ως τελικός προορισμός μιας σκέψης ή ενέργειας, προϋπάρχει της στρατηγικής που μεσολαβεί για την ικανοποίησή του και δεν χρειάζεται να κριθεί εκ του αποτελέσματος.

O σκοπός, όποιος κι αν είναι αυτός και όποια κι αν είναι η σημασία του ή η επίδρασή του στις ανθρώπινες σχέσεις, ή στο ανθρώπινο περιβάλλον ή και την ίδια την ανθρώπινη ψυχή, είναι αντικειμενικά αποδεκτός. Ο σκοπός δεν έχει μια ορισμένη μορφή και μπορεί να είναι τα πάντα. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι η κατάκτηση της κορυφής ενός βουνού, μια επιχειρηματική επιτυχία, η πραγματοποίηση των ονείρων που κάθε άνθρωπος έχει γενικότερα. Ακόμα, μπορεί να είναι κάτι λιγότερο ευγενικό όπως ο παράνομος θησαυρισμός ή η διενέργεια μιας ένοπλης σύγκρουσης για λόγους επεκτατικούς.   Ο σκοπός δηλαδή αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται μια ολόκληρη επιχείρηση, η οποία, ενώ θα επιδιώξει να τον ικανοποιήσει, παράλληλα θα διαμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά που θα κυριαρχήσει για την επίτευξη του σκοπού. Αυτή η απόσταση λοιπόν, από τη σύλληψη μιας ιδέας που θέτει το σκοπό μέχρι τον ίδιο το σκοπό, είναι ο μικρόκοσμος του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Αυτή η απόσταση είναι το πλαίσιο ζωής όπου οι άνθρωποι δίνονται, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, κυνηγώντας τα όνειρά τους ή αντιμετωπίζοντας τις αλήθειες της ζωής. Είναι το ταξίδι του ανθρώπου στο χώρο και το χρόνο  για να αποδείξει πρώτιστα στον εαυτό του ότι δεν είναι τυχαία η ύπαρξή του στον κόσμο. Έτσι, τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού είναι η ίδια η πάλη για επιβίωση, που μπορεί να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα για ένα καλύτερο κόσμο. Το πρίσμα αυτό όμως μπορεί να είναι φτιαγμένο από καθαρό κρύσταλλο όπως ζητάει το «ευ αγωνίζεσθαι» των αρχαίων Ελλήνων ή από πυρακτωμένο μέταλλο, όπως απαιτεί ο πόλεμος. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια του αγώνα για επικράτηση  στη ζωή ανακύπτει το ερώτημα, ή σωστότερα το δίλημμα, αν θα πρέπει οι άνθρωποι να αγωνίζονται στο στίβο της ζωής με καθαρά μέσα και ξεκάθαρους κανόνες ή αν θα πρέπει να μετέρχονται οποιαδήποτε εγχειρήματα, θεμιτά ή αθέμιτα, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους επ’ ωφελεία της επίτευξης των στόχων τους. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αλλά και οι πολιτείες βρίσκονται συνεχώς ενώπιον ενός δίστρατου, το οποίο παρουσιάζει ηθικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Γιατί όταν τίθεται ένας σκοπός δεν σημαίνει ότι εκ προοιμίου θα επιτευχθεί, και σ’ αυτό το σημείο διαφαίνεται πόσο σημαντική είναι η κατάρτιση μιας αποτελεσματικής νικηφόρας στρατηγικής, που θα φέρει τους ανθρώπους ή τις πολιτείες  κοντά στο σκοπό τους. Η  επιλογή συνεπώς του μέσου είναι καθοριστικής σημασίας για την πραγματοποίηση των σκοπών. Τα μέσα αυτά μπορεί να είναι τίμια, ύπουλα, ή να βαφτιστούν “τίμια”.  Όταν μια πολιτεία - μέλος της διεθνούς κοινότητας επιζητεί να πρωταγωνιστήσει στα διεθνή δρώμενα, έχοντας θεσπίσει τους εσωτερικούς της θεσμούς επί των βάσεων της εκπαίδευσης, της δημοκρατίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αφού έχει οικοδομήσει τις διεθνείς της σχέσεις στο θεμέλιο της ανοικτής διπλωματίας και των διεθνών συμφωνιών, τότε μπορεί να λεχθεί ότι αυτή η πολιτεία «παίζει» με ανοικτά χαρτιά και έχει καθαρούς σκοπούς. Έτσι, αυτή είναι ευπρόσδεκτη και τιμώμενη στο χώρο της διεθνούς ζωής και επιτυγχάνει τους σκοπούς της, δηλαδή είναι μια πολιτεία με αναγνωρισιμότητα, αποτελεί «μοντέλο» για τις υπόλοιπες και ηγείται της παγκόσμιας κοινότητας. Αντίθετα, όταν δυο αθλητές της ελληνορωμαϊκής πάλης πάνω στο ταπί, ενώ έχουν τον ίδιο σκοπό, καταφέρνουν αντιαθλητικά κτυπήματα για τη νίκη,  λέγεται ότι οι αθλητές κτυπούν κάτω από τη ζώνη, βάζουν τρικλοποδιές ή ότι προχωρούν σε χτυπήματα όταν δεν τους παρακολουθεί ο διαιτητής. Τότε γίνεται ξεκάθαρο το μέσο με το οποίο οι αθλητές προσπαθούν να καρπωθούν τη νίκη, δηλαδή με μια άδικη συμπεριφορά εξαπάτησης. Δεν είναι όμως μόνο η παρουσία μιας ισορροπημένης κοινωνίας στο διεθνές στερέωμα ή η αντικανονική συμπεριφορά ενός παλαιστή που κρίνουν τα μέσα για την κατάκτηση των ανθρώπινων σκοπών. Καθώς αναπτύσσεται η λειτουργική του σχεδιασμού αυτού, που έχει προβλεφθεί για την επίτευξη των σκοπών, αναπτύσσονται αντίρροπες δυνάμεις που ακυρώνουν η μια την άλλη γιατί με δυο τρόπους διαφορετικούς, έναν γενικότερα αποδεκτό ως ηθικό και έναν  χαρακτηριζόμενο από την κοινή ηθική των ανθρώπων ως σκοτεινό, δεν βρίσκεται η σωστή πορεία προς την ικανοποίηση  του σκοπού. Συνακόλουθα, θα μπορούσε να περιγραφεί μια διελκυστίνδα με συνδυασμό διαφορετικών παικτών που έχουν κοινό σκοπό. Σ’ αυτό το παιχνίδι  οι ηθικές αναστολές μεταξύ των παικτών βαραίνουν σημαντικά υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας. Συνήθως η ομάδα  με τις λιγότερες ηθικές αναστολές προχωρεί στην επίτευξη του σκοπού της καταπατώντας κάθε είδους συμβιβασμό ή κανόνα, προκειμένου να επιτύχει. Δηλαδή, οι ηθικές αναστολές αποτελούν  πέδη για την επίτευξη σκοπών. Σύμφωνα με μια άλλη συλλογιστική αναπτύσσεται η θεωρία των παιγνίων, η οποία καθορίζει την άριστη στρατηγική για κάθε παίκτη ή για κάθε ομάδα, ενώ παράλληλα υπολογίζεται και η συμπεριφορά των άλλων παικτών και παραγόντων που επηρεάζουν την ομάδα στην προσπάθειά της να επικρατήσει. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και ο ορισμός του πολιτικώς ορθού αφού τίθενται επί τάπητος όλες οι εν γένει συμπεριφορές που μπορούν να προβληματίσουν  και τρίτους παράγοντες φαινομενικά άσχετους μεταξύ τους. Δηλαδή το πολιτικώς ορθόν θέτει υπόψιν των φορέων που επιδιώκουν τη νίκη, πού τελειώνουν τα όριά τους και  μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ελευθερία των ελιγμών τους για να προσεγγίσουν το σκοπό τους. Παράλληλα, εμφανίζονται και δυο είδη συμπεριφοράς, η πραγματιστική και η μηδενιστική. Και η μεν πραγματιστική συμπεριφορά όταν αποφασίσει και ορίσει το σκοπό της θα τον κυνηγήσει έως το τέλος, αφού πρώτα μετρήσει τις δυνατότητες της, η δε μηδενιστική συμπεριφορά θα επιδιώξει με αδόκιμο τρόπο και ισοπεδώνοντας κάθε ηθικό και πολιτειακό νόμο  να ικανοποιήσει τις ανάγκες της. Παρατηρείται λοιπόν, ότι μέσα από ένα κυκεώνα πνευματικών και ηθικών διεργασιών, κυρίως,  τίθεται συνεχώς το ερώτημα αν η ύπαρξη του σκοπού νομιμοποιεί και τη χρήση οποιουδήποτε μέσου. Το μέγεθος όμως του πλαισίου της ζωής, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, είναι τόσο μεγάλο, μια ζωή ολόκληρη πολλές φορές, που δικαιολογεί την εμφάνιση οποιουδήποτε μέσου και αυτό επαληθεύεται από τις μικρές και καθημερινές ανθρώπινες πράξεις μέχρι τις κυβερνητικές πολιτικές. Έτερο μέσο αποτελεί η σκληρή εργασία, απότοκη μιας παιδείας τόσο σχολικής όσο και οικογενειακής, ή μιας κρατικής νοοτροπίας που περιφρουρείται από ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο. Η πονηριά αποτελεί κι αυτή κανάλι για την επίτευξη του σκοπού των ανθρώπων. Ενώ θα πρέπει να αναφερθεί και ο πόλεμος ως έσχατο συγκρουσιακό μέσο που κάθε φορά που χρησιμοποιείται  αποδεικνύει την ύπαρξη ακόμη των πρωτόγονων  συνηθειών των ανθρώπων για επικράτηση. Θα μπορούσε κάλλιστα λοιπόν κάποιος να ισχυριστεί ότι οι διαφορετικοί τρόποι για την επίτευξη ενός σκοπού είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, κι αυτό γιατί εφόσον ο στόχος είναι προκαθορισμένος το ίδιο είναι και τα μέσα. Γιατί το να  θέλεις να σώσεις την ανθρωπότητα, επιβάλλεται με την εκπαίδευση και τη συλλογική εργασία, (ακόμα με τον εσωτερικό διάλογο,  τον αμοιβαίο σεβασμό, την υπακοή στους νόμους ή και την επίκληση της Θείας Βοήθειας)  ενώ αν θες να γίνεις σωτήρας του κόσμου πρέπει βίαια να επιβάλλεις τις ιδέες σου, να προκαλέσεις συγκρούσεις και να επινοήσεις ένα δίκτυο υποστηρικτών σου που θα θέλουν την αμοιβή  τους. Σ’ αυτό το σημείο όμως θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί για τη δυναμική του ερωτήματος του θέματος. Ίσως αν σκοπός δεν αγίαζε τα μέσα,  πολλές από τις προσπάθειες  και τα όνειρα των ανθρώπων να μην εκπληρώνονταν και ο κόσμος να ήταν πολύ διαφορετικός. Πιθανόν να μην είχαν υπάρξει όλες αυτές οι αυτοκρατορίες του παρελθόντος. Επίσης, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα χρειάζονταν οι πνευματικοί ηγέτες, ενώ η κατάκτηση του διαστήματος να θεωρείται ένα δώρο -  άδωρον. Την ίδια στιγμή  όμως οι πόλεμοι πιθανόν να ήταν δικαιολογημένοι και ο Εφιάλτης ή η κερκόπορτα απλά ένα επεισόδιο της ζωής. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα για το αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα ή όχι να το δίνουν οι ίδιες οι πολιτείες ή η εξωτερική πολιτική ενός εκάστου των κρατών με μια συμπεριφορά που μαρτυρεί ότι si vis pacem, para bellum (=αν θες ειρήνη να προετοιμάζεσαι για πόλεμο).

Οι σκέψεις και οι απόψεις που πιο πάνω καταγράφηκαν συγκλίνουν στην παραδοχή ότι οι ανθρώπινη φύση δεν περιορίζεται, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό της είτε λόγω περιέργειας, είτε λόγω εγωισμού, είτε λόγω ιδιοσυγκρασίας. Ο άνθρωπος γνωρίζει εξ ιδίων τι δικαιολογεί τις πράξεις του και τι ενοχλεί τους συνανθρώπους του και αναλαμβάνει έτσι την ευθύνη των πράξεών του καθώς και τον κίνδυνο που αυτές μπορεί να κρύβουν. Κι ας μη ξεχνάμε ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί σήμερα είναι αρκετά ισχυροί, ώστε να ελέγχουν τη νομιμότητα όλων των πράξεων που λαμβάνουν χώρα σε μια ευνομούμενη κοινωνία και όπου επιβάλλεται λόγω έλλειψης νομιμοφροσύνης να τις περιορίζουν. Η ευτυχία δεν είναι ο έσχατος σκοπός του ανθρώπου, είναι το μέσο για να προσεγγίσουμε την τελειότητα, το υπέρτατο αγαθό (J. LECLERQ. La vie en ordre, 135).