ΦΤΑΙΜΕ OΛΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΑΜΕ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ

 

Στις “Ικέτιδες” του Ευριπίδη (στ. 550) διαβάζουμε «Παλαίσμαθ΄ημών ο βίος» (=η ζωή μας είναι μια διαπάλη). Όσο απλή φαίνεται η φράση αυτή του μεγάλου μας ποιητή, τόσο το νόημα που κρύβει έχει βάθος και σημασία και η διαχρονική επικαιρότητα του μηνύματος είναι προφανής. Ο άνθρωπος είναι γεννημένος για να φέρει σε πέρας ενδιάθετους σκοπούς για μια ευτυχισμένη ατομική και κοινωνική ζωή, για να νιώσει την πληρότητα της χαράς και να καταξιώσει το μεγάλο του προορισμό, να ξεπεράσει τα όρια του ζωικού του «εγώ» και να ικανοποιήσει την ένθεη τάση και ορμή προς τα πάνω, προς την βιβλική προτροπή του «καθ’ ομοίωση». Οπωσδήποτε, η εσωτερική αυτή αδίδακτη επιθυμία, για να γίνει αισθητή πραγματικότητα, απαιτεί σταθερές προγραμματισμένες προσπάθειες, κινητοποίηση των πνευματικών, σωματικών και εγκεφαλικών ικανοτήτων, απαιτεί δηλαδή έναν συντονισμένο αγώνα και μια σκληρή αέναη διαπάλη. Η αγωνιστικότητα αυτή δίνει το μέτρο της αυταξίας της προσωπικότητας.

Οι λέξεις «αγώνας», «αγωνιστής», «πάλη» ανήκουν στο λεξιλόγιο των πολέμων, των αντιπαραθέσεων. Ο αγωνιστής είναι ο σιδηρόφρακτος πολεμιστής που αψηφά τους κινδύνους και με το όραμα της νίκης ακάθεκτος βαδίζει ενάντια στον αντίπαλο. Αγώνας όμως και πόλεμος με την έννοια που δίνει ο φιλόσοφος Ηράκλειτος («πόλεμος πάντων πατήρ») είναι ολόκληρη η ζωή, από το στάδιο της πρωτότατης μορφής ζωής της αμοιβάδας, όπως πιστεύουν οι εξελικτικοί,  μέχρι το τελειωμένο ανθρώπινο όν. Στην έμπρακτη έμβια ζωή των ανθρώπων λειτουργεί η θέληση του αγαθού και η πράξη του κακού που βρίσκεται σε σχέση αντινομίας. Το ωραίο συγκρούεται με το άσχημο, ο θαρραλέος με τον δειλό, το δίκαιο με το άδικο. Η σύγκρουση έχει πεδίο την ίδια τη συνείδηση, τη ψυχή μας. Εδώ έχει εφαρμογή ο μύθος του Πρόδικου, σύμφωνα με τον οποίο ο Ηρακλής βρέθηκε στο σταυροδρόμι του μεγάλου διλήμματος να ακολουθήσει το δρόμο της Αρετής ή αντίθετα της Κακίας. Ο μύθος αυτός αποτυπώνει τη δύναμη του αγαθού και του κακού, μέσα στο συνειδησιακό μας χώρο.

Εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε τα επίπεδα αναφοράς του αγώνα που διεξάγει ο άνθρωπος, από την αυγή της πολιτισμικής του παρουσίας στον κόσμο ως σήμερα. Ο άνθρωπος, μέρος του παγκόσμιου βιοσυστήματος, προικισμένος όμως με νου και με θέληση συντονίζει τις προσπάθειες επιβίωσης, επινοεί μεθόδους, εφευρίσκει μέσα για την άμυνά του απέναντι στην εχθρική φύση. Οι αγώνες μας όμως δεν εξαντλούνται στο σώμα, στην επιβίωση, στην ευημερία, στην υλιστική αυτοπραγμάτωση. Συνδέονται με την έφυτη ροπή για γνώση, για κατανόηση των φαινομένων του κόσμου και της ζωής. Από τη φύση του ο άνθρωπος «ορέγεται του ειδέναι» (Αριστοτέλης). Αγωνίζεται λοιπόν ο νους μας να κατακτήσει τη γνώση, να περιορίσει το άγνωστο, να γκρεμίσει το μύθευμα περί δημιουργίας του κόσμου, να καταρρίψει τις προκαταλήψεις και τις φοβικές δεισιδαιμονίες. Ο αγώνας αυτός είναι ένα σισύφιο δράμα της ανθρωπότητας. Όμως παρά τις πλάνες, παρά τα λάθη, παρά τις αντιφατικότες, το εκκρεμές της επιστήμης συνεχίζει να κινείται και να δείχνει κάθε φορά την ώρα της πολιτιστικής πορείας της ανθρωπότητας. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ύλη ούτε σκέτος πυθαγόρειος νους, έχει και συναισθηματικό κόσμο. Έχει καρδιά, έχει συγκινήσεις. Το ωραίο, η αρμονία, η μουσική, το ηθικό μένει η διαρκής νοσταλγία, η επιθυμητή απόληξη όλης της αισθηματικής ζωής. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να αποβάλει το περίβλημα της βαρβαρότητας και να ανεβεί στην κλίμακα των αρετών, να κατακτήσει τις κορυφές της ιδανικής ανθρωπιστικής βιοτής.

Αγώνας ακόμη χρειάζεται για να ενσωματωθούμε με την κοινότητά μας, να κοινωνικοποιηθούμε, να υποτάξουμε το ατομικό μας συμφέρον στο συμφέρον της ολότητας, να λέμε «εμείς» και όχι «εγώ’. Αγώνας και αντίσταση χρειάζεται ακόμα να μην γίνουμε άβουλα και δουλικά εξαρτήματα των οργανωμένων συμφερόντων με την προπαγάνδα και τις δελεαστικές προτάσεις τους. Για όλα αυτά προέχει και μεις οι ίδιοι να ανακαινισθούμε ηθικά και προπάντων να μπορέσουμε να δούμε το διπλανό μας ως ηθική προέκταση του ίδιου του εαυτού μας. Να εφαρμόσουμε το χρυσό κανόνα της συμπεριφοράς «αυτό που δεν θέλεις του σου κάνουν οι άλλοι μην το κάνεις και συ». Θυμάμαι τα λόγια του Ναπολέοντα που έλεγε «κι αν νικήσεις χίλιες νίκες, δεν είσαι πραγματικά νικητής αν μια φορά δεν νικήσεις τον εαυτό σου»! Ωραία βέβαια είναι τα λόγια αυτά. Έχουν μια ελκυστική γοητεία. Το δύσκολο όμως είναι πώς θα αρχίσεις και πώς θα συνεχίσεις έναν τέτοιο αγώνα. Γιατί ο πόλεμος αυτός δεν γίνεται ενάντια σε στρατούς και οπλικά μέσα, «προς αίμα και σάρκα» αλλά ενάντια στη φιλαυτία και τον μικρόψυχο εγωκεντρισμό μας, ενάντια στις κακές συνήθειες και τα πάθη. Ας μείνουμε όμως κι ας κλείσουμε τον προβληματισμό μας με ένα παράδειγμα. Πρόκειται για το πάθος της Απληστίας, ένα πάθος που αναδείχθηκε στις μέρες μας ως το μέγιστο κακό, όχι βέβαια από άποψη θρησκευτική και ηθικολογική, αλλά, απίστευτο, ως οικονομικό «ελάττωμα» που απειλεί να αμφισβητήσει ολόκληρο του καπιταλιστικό μας σύστημα. Όλα δείχνουν ότι το παγκόσμιο οικονομικό κραχ των τελευταίων ημερών το προκάλεσε η ΑΠΛΗΣΤΙΑ των ανθρώπων της σύγχρονης  οικονομίας. Ο καθένας μας ας αναλογιστεί ότι έχει με τον τρόπο του  εμπλακεί στη διαδικασία του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Κάποιοι άλλοι, ακόμα χειρότεροι, πατώντας επί «πτωμάτων»-αθώων θυμάτων εκμεταλλεύονται αυτούς με παραπλανητικά παχιά και μεγάλα λόγια, υποσχόμενοι γρήγορο και άκοπο πλούτο (η φαντασία σας πηγαίνει σωστά στις Τράπεζες). Φαίνεται πως θεωρούν την επίγεια σύντομη ζωή τους, ως αιώνια, και με ισχυρότερο κίνητρο την απληστία/ευμάρεια συσσωρεύουν με υπερβάλλοντα ζήλο πλούτο και αγαθά, έναντι άλλων που δεν έχουν ούτε φαγητό. Κοιτώντας δίπλα μας διαπιστώνουμε πως μερικοί θέλουν να μιμηθούν τον Πρωτέα, εξαφανίζοντας οικονομικά τους άλλους, νομίζοντας έτσι  ότι θα είναι αιώνιοι όπως εκείνος. (Όπως είναι γνωστό, ο Πρωτέας κατανάλωνε χωρίς φειδώ άλλους μικρότερους οργανισμούς ή οργανικές ενώσεις που έβρισκε εν αφθονία στα νερά του. Μεγάλωνε, πάχαινε κι όταν έφθανε στο ιδεώδες μέγεθος χωριζόταν στη μέση, έχοντας εξασφαλίσει την αιωνιότητα/καλοπέραση μέσω της αυτο-αναπαραγωγής/εξόντωσης των άλλων). Θα ήταν εξόχως επίκαιρο να εμβαθύνουμε στις δύο εύστοχες παραβολές του Ιησού και το ευαγγέλιο που προειδοποιούσε τον άφρονα πλούσιο, ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να πληρώσει με τη ζωή του το τίμημα της αφθονίας των αγαθών του ή τους άπληστους τελώνες, ότι κι αυτοί είχαν μια θέση στον Παράδεισο υπό προϋποθέσεις και τέλος στην ευαγγελική περικοπή όπου ο Θεάνθρωπος υπενθύμιζε προς τους Εβραίους την υποχρέωση να αποδίδουν «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Να συμπληρώσουμε εδώ ότι ο σημερινός άνθρωπος έχει πολύ μικρές ηθικές αντιστάσεις που μειώνονται ακόμη περισσότερο με τη μάταιη αναζήτηση της μεγιστοποίησης των υλιστικών απολαύσεων και από την αγχώδη αναρρίχηση της κοινωνικής επιτυχίας.

Συμπερασματικά δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε στη διαπίστωση πως  η ζωή μας, στα αναδιπλώματα του χρόνου και της εξέλιξης, είναι ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση και πολιτιστική ανάπτυξη και ευημερία. Χωρίς όμως αγώνα ενάντια στα πάθη και τις ηθικές μας αδυναμίες που φωλιάζουν μέσα μας, στο σκοτεινό τούνελ που οδηγεί στο μεγάλο Τίποτα, η ζωή μας παύει να έχει άρωμα ποιότητας και καταξίωση.