Η ΕΝΝΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

 

sfina s

Γράφει ο Αντώνης Ιακ. Ελευθεριάδης, Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος
e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Με αφορμή την επέτειο της εθνεγερσίας του 1821 αξίζουν να ειπωθούν δυο λόγια για το πρόβλημα της Ελευθερίας, από τη μια με το απόλυτο περιεχόμενό της και από την άλλη με την έμπονη και θυσιαστική έννοιά της ως προδιάθεση για την απόκτησή της. Η ελευθερία είναι το υψηλότερο αγαθό του ανθρώπου, αν και πλαισιώνεται από απαγορεύσεις και περιορισμούς. Έτσι, η ελευθερία μέσα σε ένα κοινωνικό σώμα και στην όποια μορφή της σχετίζεται με αντίστοιχες νομικές δεσμεύσεις. Γι’ αυτό και λέγεται ότι και στις πλέον δημοκρατικές κοινωνίες δε φαίνεται να υπάρχει πραγματική ελευθερία, αφού περιορισμοί και ελευθερία είναι καταστάσεις αλληλοαναιρούμενες. Το πρόβλημα λοιπόν που απασχολεί τον σκεπτόμενο άνθρωπο είναι αν και κατά πόσο οι περιορισμοί αναιρούν ή κατοχυρώνουν την ελευθερία.

Και οι περιορισμοί ξεκινούν από την έμφυτη τάση που έχει ο άνθρωπος να επικοινωνεί με τους άλλους. Υπήρξε κάποιος που με μια δόση αστεϊσμού ισχυρίστηκε πως η ευτυχία του Αδάμ στον Παράδεισο δεν είχε νόημα χωρίς σύντροφο. Αλλά με την παρουσία της συντρόφου του περιορίστηκε η απόλυτη ελευθερία του. Από την στιγμή εκείνη γεννήθηκαν οι πρώτες ευθύνες για την κοινωνική ευρυθμία και συνοχή. Τότε τέθηκε και ο πρώτος κανόνας δικαίου: «Από παντός δένδρου του Παραδείσου ελευθέρως θέλεις τρώγει, από δε του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού δεν θέλεις φάγει απ’ αυτού. Διότι καθ’ ήν ημέραν φάγης απ’ αυτού, θέλεις εξάπαντος αποθάνει». Να προσθέσουμε ακόμη ότι και σε ένα υποθετικό κράτος δικαίου, από τη στιγμή που υφίσταται η νομική εποπτεία -ήδη εξ ορισμού κράτος σημαίνει εξουσία-, έστω και υπέρ της πολιτείας του δικαίου, η ατομική ελευθερία περιορίζεται. Στις δημοκρατικές πολιτείες, όπου είναι εμφανής η αλαζονεία της εξουσίας, ο ταξικός χαρακτήρας αυτών των κοινωνιών, τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και τελικά οι χωλαίνοντες νόμοι εκτρέπουν την ελευθερία από τις κυριολεκτικές της παραμέτρους. Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα -τα στρατιωτικά, τα ρατσιστικά και θεοκρατικά- οι απαγορεύσεις είναι τέτοιες, ώστε δεν μπορεί να γίνεται σοβαρός λόγος και για στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Συμπερασματικά, μια κατά κυριολεξία ελευθερία είναι υπαρκτή ή σε κοινωνίες αγγέλων ή σε χώρους πνευματοποιημένων όντων ή σε ολιγάριθμες ανθρώπινες κοινωνίες  με μέλη ασκημένα στη γνώση και στην αρετή, με μέλη αυτοδύναμα και συνειδητοποιημένα για το κοινωνικώς πρακτέον. Στις υπαρκτές όμως κοινωνίες, όπου ζούμε και δραστηριοποιούμαστε, οπωσδήποτε η ελευθερία είναι οριοθετημένη. Η οριοθέτηση αυτή σταδιακά καταλήγει σε πολύτιμη ασφαλιστική δικλείδα ανάμεσα στις εξάρσεις των ατομικών και ταξικών συμφερόντων. Βέβαια, το πρέπον σε αυτόν τον περιορισμό μόνο η δημοκρατική πολιτεία έχει δικαίωμα να επιβάλλει, επιφορτισμένη από τον κυρίαρχο λαό και μέσω των δημοκρατικών νόμων. Στις δημοκρατίες η έννομη ελευθερία ανέχεται τους ανταγωνισμούς, κατοχυρώνει την επαγγελματική συνεργασία και τον συνδικαλισμό, επιτρέπει στον πολίτη ανεμπόδιστα να ακολουθεί το θρησκευτικό σύστημα της αρεσκείας του και τους λατρευτικούς του τύπους, τέλος ο πολίτης είναι ελεύθερος να εκδηλώνει με τον προφορικό ή τον γραπτό του λόγο την ευαρέσκεια ή την απαρέσκειά του για την κοινωνική ηθική, τους κοινωνικούς θεσμούς, για την κοινή γνώμη, να ασκήσει κριτική σε πρόσωπα και πράγματα, πάντοτε βέβαια στο πλαίσιο της έννομης τάξης. Ως κατακλείδα σε αυτές μου τις σκέψεις ας αναφέρω τα σοφά λόγια του Πλάτωνα, (Πολιτεία, 564): «Η γαρ άγαν ελευθερία έοικεν ουκ εις άλλο τι ή εις άγαν δουλείαν μεταβάλλειν και ιδιώτη και πόλει» (=Γιατί η υπερβολική ελευθερία είτε στα κράτη είτε στους ιδιώτες σε τίποτε άλλο, φαίνεται, δεν οδηγεί παρά στη δουλεία).