ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΝΟΣ TEST

 

Στο παρελθόν, τα τεστ νοημοσύνης υπήρξαν αντικείμενο λανθασμένων ερμηνειών και αυτό οφειλόταν συχνά στο γεγονός ότι δεν αποδιδόταν στη λέξη «τεστ» η σωστή της σημασία.

Ο σωστός ορισμός  του ψυχολογικού τεστ είναι ο εξής: Το ψυχολογικό τεστ είναι μια αντικειμενική και τυποποιημένη μέτρηση ενός δείγματος της συμπεριφοράς. Είναι το μέσο και το όργανο που χρησιμοποιείται, προκειμένου να μετρηθούν ορισμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «ψυχομετρικά τεστ», εννοούμε διάφορα τεστ που σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε και εφαρμόζουμε, προκειμένου να συγκεντρώσουμε εκείνες τις πληροφορίες που αναζητάμε από ένα άτομο για να το προ-επιλέξουμε στη δουλειά που το προορίζουμε να αναλάβει.

Στις παραγράφους που ακολουθούν και με βάση τον παραπάνω ορισμό αναλύονται οι κυριότεροι παράγοντες που μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε σωστά ένα τεστ.

Η επιλογή του δείγματος

Η ανάλυση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου βασίζεται ουσιαστικά στην ανάλυση ενός δείγματος της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, ένα τεστ που αποσκοπεί στην αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων ενός ατόμου μπορεί να βασιστεί σε ένα συγκεκριμένο αριθμό ερωτήσεων που αφορούν την κατανόηση κειμένου και τις λεξιλογικές γνώσεις που διαθέτει.

Οι ερωτήσεις αυτές αξιολογούν άμεσα ένα ελάχιστο τμήμα (δείγμα) των γλωσσικών ικανοτήτων ενός ατόμου. Ανάλογα δε με τα αποτελέσματα που δίνει το δείγμα διατυπώνουμε πιο γενικευμένα συμπεράσματα.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι ποια είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που πρέπει να έχει ένα δείγμα, ώστε να μας επιτρέπει να διατυπώνουμε γενικότερα συμπεράσματα.

Η θεωρία του δειγματισμού αναπτύχθηκε ως αντικείμενο της στατιστικής επιστήμης και οι αρχές της μπορούν να εφαρμοστούν και σε αυτήν την περίπτωση. Για το λόγο αυτό είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τα παρακάτω:

Ένα δείγμα, για να έχει πρακτική αξία, πρέπει να είναι αρκετά ευρύ. Ας υποθέσουμε ότι ένα τεστ λεξιλογικών γνώσεων βασίζεται σε μία ερώτηση: «Ποια είναι η σημασία της λέξης <επίγονος>;». Θεωρητικά, ένα δείγμα μπορεί να αποτελείται από ένα στοιχείο (μία ερώτηση, στην περίπτωσή μας), αλλά παρέχει περιορισμένες δυνατότητες γενίκευσης των συμπερασμάτων που προέρχονται από αυτό. Ένα υποθετικό τεστ που δίνει μια μέτρηση με βάση μία μόνο ερώτηση προφανώς δεν θα ήταν ένα καλό τεστ, επειδή είναι πιθανόν να υπάρχει κάποιος, ο οποίος, αν και δεν διαθέτει πλούσιο λεξιλόγιο, μπορεί να έχει συναντήσει κατά τύχη, στο παρελθόν, τη λέξη και να γνωρίζει τη σημασία της. Παρομοίως, μπορεί να υπάρχει κάποιος, ο οποίος, αν και διαθέτει ένα λεξιλόγιο που είναι πλουσιότερο από το λεξιλόγιο του μέσου ανθρώπου, να συμβεί να μην γνωρίζει τη σημασία της συγκεκριμένης λέξης.

Η επιλογή ενός δείγματος εμπεριέχει την πιθανότητα του λάθους. Τα λάθη είναι αναπόφευκτα σε μια έρευνα που στηρίζεται σε δείγματα και είναι αποδεκτά, εφόσον είναι σπάνια. Ας φανταστούμε ένα τεστ λεξιλογικών ικανοτήτων/γνώσεων, το οποίο αποτελείται από είκοσι ερωτήσεις, η καθεμία από τις οποίες θα αφορά μία λέξη που  συναντάται σπάνια στο καθημερινό λεξιλόγιο. Είναι δυνατόν, αλλά μάλλον απίθανο,  ένα άτομο που διαθέτει ένα λεξιλογιο που είναι πλουσιότερο από το λεξιλόγιο του μέσου ανθρώπου να μην έχει συναντήσει ποτέ και να μη γνωρίζει τις είκοσι αυτές λέξεις και, επομένως, το τεστ να μην δίνει ένα αξιόπιστο αποτέλεσμα.

Εκτός από την ποσότητα, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται και στην ποιότητα των ερωτήσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά το αντικείμενό τους. Το τεστ που βασίζεται σε είκοσι ερωτήσεις λεξιλογίου, για παράδειγμα, μπορεί να είναι κατάλληλο για την αξιολόγηση των λεξιλογικών γνώσεων ενός ατόμου, αλλά δεν μας δίνει καμία πληροφορία σχετικά με τις γραμματικές και συντακτικές του γνώσεις. Αν το τεστ αυτό είχε διαμορφωθεί για να εξετάσει τις γλωσσικές ικανότητες του ατόμου, η επιλογή των ερωτήσεων θα ήταν λανθασμένη.

Για λόγους σαφήνειας, τα παραδείγματα που δώσαμε παραπάνω αναφέρονται σε χονδροειδή λάθη. Στην πραγματικότητα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να γίνουν κάποια λιγότερο προφανή λάθη, τα οποία όμως μπορεί να είναι σοβαρά. Στην περίπτωση αυτή, η γενίκευση των συμπερασμάτων του τέστ θα ήταν παρακινδυνευμένη. Να σημειωθεί εδώ, ότι εκατοντάδες τέτοιων χρονομετρημένων TESTS   μπορείτε να βρείτε στα ειδικά βιβλία των Εκδόσεων «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΝΝΑ» “ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΤΑ TESTS ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ” & “ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΤΕ ΤΑ TESTS ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ” (Σουλίου 5, τηλ.-φαξ 210 38.18.273)

TESTS ΣΥΝΕΠΑΓΩΓΗΣ

α)  Συμπέρασμα με επιχείρημα Στις ασκήσεις αυτές το ζητούμενο είναι να καταλήξει κανείς σε ορισμένα συμπεράσματα με τη βοήθεια ενός ή περισσοτέρων δεδομένων.

Στις ασκήσεις αυτές παρέχονται διάφορα επιχειρήματα και το ζητούμενο είναι να επιλεγεί η απάντηση εκείνη που ενισχύει ή αποδυναμώνει τα επιχειρήματα αυτά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να βρεθεί η σωστή απάντηση,  χρειάζεται και ένας άλλος τρόπος συλλογισμού: χρειάζεται να βρεθεί η υπόθεση, στην οποία βασίζεται το επιχείρημα. Παραθέτουμε πιο κάτω ένα σχετικό παράδειγμα:

«Πρόσφατες μελέτες απέδειξαν ότι οι επισκευές των διαμερισμάτων μπορούν να αυξήσουν την εμπορική αξία τους. Όσοι σκοπεύουν να αλλάξουν σπίτι καλό θα ήταν να κάνουν μια επισκευή πριν πουλήσουν το σπίτι τους».  Ποια είναι η υπόθεση, στην οποία βασίζονται τα παραπάνω επιχειρήματα;

Α. Οι ιδιοκτήτες συνήθως υποεκτιμούν την αξία του ακινήτου τους Β. Λίγοι ιδιοκτήτες κατανοούν την αξία μιας επισκευής Γ. Μια επισκευή είναι ο μόνος τρόπος που θα αποφέρει κέρδος σε όποιον πουλά ένα διαμέρισμα Δ. Η αύξηση της τιμής πώλησης που προέρχεται από την επισκευή υπερβαίνει το κόστος της Ε. Η επισκευή ενός διαμερίσματος είναι ο βασικός παράγοντας που καθορίζει την τιμή πώλησής του.

Απάντηση Το επιχείρημα που παρουσιάζεται στην ερώτηση στέκει μόνο, εφόσον το κόστος της επισκευής είναι κατώτερο από την αύξηση που θα επιφέρει στην τιμή πώλησης (απάντηση Δ).

β)  Συμπέρασμα με λογικές σχέσεις

Μια άλλη μορφή των προβλημάτων λογικής συνεπαγωγής είναι τα προβλήματα, στην εκφορά των οποίων διατυπώνονται κάποιοι συλλογισμοί.

Πρόκειται για ασκήσεις, στις οποίες δίνονται κάποιες προτάσεις (συνήθως τρεις), όπου περιγράφονται σχέσεις ανάμεσα σε διάφορα αντικείμενα, με βάση τις οποίες μπορούν να διατυπωθούν συμπεράσματα που αφορούν άλλες σχέσεις. Το ζητούμενο της ερώτησης είναι να επιλεγεί η απάντηση που να μπορεί να έχει προκύψει από τις προτάσεις που δίνονται. Παραθέτουμε πιο κάτω ένα σχετικό παράδειγμα:

Ι) Όλοι οι δικηγόροι μιλούν πολύ ΙΙ) Ο Γιώργος αγαπά το βουνό ΙΙΙ) Όλα τα άτομα που αγαπούν το βουνό μιλούν πολύ.

Αν οι παραπάνω προτάσεις είναι ορθές, ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι αναγκαστικά σωστή;

Α. Ο Γιώργος είναι δικηγόρος Β. Όλα τα άτομα που μιλούν πολύ είναι δικηγόροι Γ. Όλοι οι δικηγόροι αγαπούν το βουνό Δ. Ο Γιώργος μιλά πολύ Ε. Ο Γιώργος θα ήθελε να είχε γίνει δικηγόρος.

Απάντηση Η σωστή απάντηση είναι η Δ. Αν ο Γιώργος αγαπά το βουνό και όλοι όσοι αγαπούν το βουνό μιλούν πολύ, τότε και ο Γιώργος μιλά πολύ. Η απάντηση Α είναι λάθος, γιατί, αν και ο Γιώργος μιλά πολύ, επειδή αγαπά το βουνό, αυτό δε σημαίνει ότι είναι απαραίτητα και δικηγόρος. Το γεγονός ότι όλοι οι δικηγόροι μιλούν πολύ, δεν συνεπάγεται ότι όλα τα άτομα που μιλούν πολύ είναι δικηγόροι. Για τον ίδιο λόγο είναι λάθος και η απάντηση Β. Η απάντηση Γ είναι λάθος, γιατί το γεγονός ότι και οι δικηγόροι και όσοι αγαπούν το βουνό μιλούν πολύ, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι  το σύνολο «δικηγόροι» αποτελεί υποσύνολο όλων εκείνων που αγαπούν το βουνό, δεν συνεπάγεται δηλαδή ότι όλοι οι δικηγόροι αγαπούν το βουνό. Ο λόγος για τον οποίο η απάντηση Ε είναι λάθος είναι προφανής και δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση.