ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ 5 ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

Έλαβα επιστολή από τον αναγνώστη της Στήλης δικηγόρο κ. Παναγιώτη Μπουλούκο, ο οποίος  μου θέτει μια σειρά  ερωτημάτων, στα οποία διά βραχέων απαντώ ακολουθώντας την αρίθμηση των σχετικών αποριών του φίλου αποστολέα:

"Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ"

Κύριε Ελευθεριάδη,

Διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον τα Aρθρα σας γύρω από το Πρόβλημα του Αφορισμού των Κολλυβάδων, του Αφορισμού από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ του Απελευθερωτικού Αγώνα του 1821 και του Αναθέματος κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ομολογώ ότι ο τρόπος γραφής και περιγραφής των ιστορικών γεγονότων είναι αν μη απολύτως πειστικός τουλάχιστον εξαιρετικά διαφωτιστικός. Πολλά πράγματα από αυτά που γράφετε ομολογώ ότι τα αγνοούσα. Επιτρέψατέ μου όμως να πω ότι εν πολλοίς λείπουν οι δικές σας παρατηρήσεις και οι επιστημονικές και θεολογικές σας επισημάνσεις, δηλαδή οι θέσεις σας επί της σημασίας και της ιστορικής αξίας των συμβάντων. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: 1. Στο ζήτημα των Κολλυβάδων, πώς κρίνετε την απόφασή τους να εγκαταλείψουν (οι κολλυβάδες) και να φύγουν από το Aγιον Όρος; 2. το θέμα των Μνημοσύνων εν Κυριακή ήταν τόσο σοβαρός λόγος ώστε να ξεσπάσει η τόσο επαχθής έρις, με δύο μάλιστα νεκρούς και τόσες κακουχίες ασκητών; 3. Η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος που εξέδωκε το Ανάθεμα εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1916 στηρίχθηκε σε Ιερούς Κανόνες ή αυθαιρέτησε κάτω από το λυσαλέο αντιβενιζελικό πάθος των εμπνευστών του; 4. Γιατί ονομάσθηκε Ανάθεμα κατά του Βενιζέλου και όχι Αφορισμός; 5. Είχε σχέση με το Ανάθεμα ο επίσκοπος Πενταπόλεως, ο κατόπιν ¶γιος Νεκτάριος Κεφαλάς; Οι ερωτήσεις μου αυτές πιστεύω πως είναι και ερωτήσεις των περισσοτέρων που διαβάζουν την θεολογική και φιλοσοφική αρθογραφία σας και προβληματίζονται. Δεν θα ήταν λοιπόν άσκοπη εκ μέρους σας μια συνοπτική απάντηση.

Ευχαριστώ.

1. Το ζήτημα των Κολλυβάδων (1754 ως το 1819,  όπου τυπικά τέλειωσε η έριδα με 'Εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'),  ήταν ένα ζωηρό πνευματικό κίνημα που ουσιαστικά στάθηκε ένα ισχυρό ανάχωμα στις προπαγάνδες Παπικών και Προτεσταντών μισιοναρίων που είχαν ξεχυθεί στην περίοδο του 18ου και 19ου αιώνα κυρίως στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τις Κυκλάδες.  Η επιρροή του κολλυβάδικου πνεύματος φάνηκε ιδιαίτερα στην περίπτωση του  αμερικανού ιεραπόστολου και φιλέλληνα από τη Μασαχουσέτη Ιωνά Κιγκ, (1792-1869), ο οποίος το 1854 καταδικάστηκε για αίρεση, αφορίστηκε και διατάχθηκε η απέλασή του, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Αμερικανικής κυβέρνησης. Παρότι το ένταλμα της απέλασής του ανακλήθηκε από το βασιλιά Όθωνα, έφυγε για το εξωτερικό για ορισμένα χρόνια αλλά επέστρεψε στην Αθήνα όπου και πέθανε μετά από δυο χρόνια. Ο Ιωνάς Κιγκ είναι ο πνευματικός πατέρας των Ελλήνων Ευαγγελικών. Οι κολλυβάδες έφυγαν βέβαια από το Aγιο Όρος, αλλά με εφόδια την αγιοπνευματική εμμονή στην Παράδοση της Ορθοδοξίας συνέστησαν Μοναστήρια, καλλιέργησαν το λαό, δίδαξαν, τόνωσαν τα γράμματα και την ολόπλευρη μόρφωση των Ελλήνων, ανέδειξαν διδασκάλους του Γένους, έφεραν την πατερική σκέψη στην επιφάνεια, ως υπέροχο αντίδοτο στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Επομένως,  η απόφασή τους να εγκαταλείψουν   και να φύγουν από το Aγιον Όρος ήταν μια συνετή πράξη.


2.  Το καθαυτό θέμα των Μνημοσύνων εν Κυριακη, αν το σκεφθούμε ψύχραιμα και αντικειμενικά, δεν θα άξιζε από το μέρος των Κολλυβάδων τοσο μεγάλη εμμονή και αδιαλλαξία.  Μια κατά Θεόν "οικονομία" από ανθρώπους τόσο πνευματικούς  θα ήταν αναμενόμενη. Και η συνέχεια των χρόνων έδειξε ότι ο συμβιβασμός ήταν αναγκαίος και αναπόφευκτος (σήμερα πόσα Μνημόσυνα γίνονται την Κυριακή, ακόμα και σε Μοναστήρια). Τι συνέβη λοιπόν; Η ένταση μεταξύ των μεν εναντίον των δε προήλθε από εκείνους που δεν δέχονταν ότι τα Μνημόσυνα την Κυριακή είχαν ένα χαρακτήρα καθαρά χρησιμοθηρικό, ωφελιμιστικό και ανθρωποκεντρικό. Δεν μίλαγαν για οικονομία και προσωρινότητα του μέτρου, για θεραπεία συγκεκριμένης ανάγκης. Σκεφθείτε όμως πόσο έντονα θα αισθάνονταν τη διαφορά   οι άνθρωποι αυτοί με την βιωματική πνευματικότητα και την προσήλωση στο τυπικό των ιερών ακολουθιών όπου τα Μνημόσυνα ετελούντο κάθε Σάββατο, ημέρα αφιερωμένη ανέκαθεν στους κεκοιμημένους;


3. Το ζήτημα της νομοκανονικής στήριξης του Αναθέματος της Εκκλησίας εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου (Δεκέμβριος 1916) έχει σοβαρές πλημμέλειες. Να πούμε πρωταρχικά πως την 11η Δεκεμβρίου εζητείτο φορτικά από τους συλλόγους Επιστράτων με διάβημά τους προς τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Α’ να συμμετάσχει η εκκλησία στην πορεία του Αναθέματος με όλο τον Κλήρο. Ο Μητροπολίτης όμως πρόβαλε αντιρρήσεις ότι σύμφωνα με τον Καταστατικό δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Η Κυβέρνηση Λάμπρου παρά τις αρχικές  επιφυλάξεις της αναγκάσθηκε από φόβο των επιστράτων να υποχωρήσει και να δεχθεί την απόφαση της Ιεράς Συνόδου που συνήλθε εκτάκτως την 12 Δεκεμβρίου 1916, η οποία τελικά υπαναχώρησε και δέχθηκε «το κανονικόν της αιτηθείσης συμμετοχής και την επιμονήν του εξηγερμένου λαού και τας εκ της τυχόν αρνήσεως προς συμμετοχήν ανυπολογίστους συνεπείας». Την πράξη του Αναθέματος ανακοίνωσε η Σύνοδος στον Οικουμενικό Πατριάρχη, έπειτα απέστειλε εγκύκλιο γράμμα προς την Ι. Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας και τον Αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας και στον επίσκοπο Ρώμης. Η αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Καντερβουρίας ήταν ότι δεν του επιτρέπεται να αναμειχθεί σε ζητήματα πολιτικά και μάλιστα διεθνή! Η απόφαση της Συνόδου ουδεμία νομοκανονική βάση είχε, δεδομένου ότι «η επιβολή του Αναθέματος εκτός της κανονικής διαδικασίας μπορεί να επιβάλλεται κυρίως κατά «αιρετικών, των σχισματικών και των καταφρονητών των μυστηρίων».


4. Η λέξη Ανάθεμα παράγεται από το μεταβατικό ρήμα «ανατίθημι» που σημαίνει αναθέτω, αφιερώνω κάτι στο Θεό. Ενώ αρχικά η έννοια της λέξης Ανάθεμα ήταν θετική, αργότερα περιέπεσε στην αρνητική σημασία, επειδή ένας που είναι χωρισμένος από το Θεό και τους ανθρώπους είναι αποτρόπαιος, απόβλητος, χωρισμένος από την κοινωνία των καλών ανθρώπων, είναι αναθεματισμένος, είναι ένας καταραμένος άνθρωπος. Με την έννοια της κατάρας χρησιμοποιείται κατά το πλείστον στην Καινή Διαθήκη και τους ιερούς Κανόνες. Η έκφραση «ανάθεμα έστω» σημαίνει τον αποχωρισμένο από την εκκλησιαστική κοινωνία και τον απόβλητο της θείας χάριτος και συνεπώς τον στερημένο των σωτηρίων επακολουθημάτων της. Είναι επομένως ταυτόσημη λέξη με την λέξη Αφορισμός, ο οποίος έχει την διπλή έννοια, καλή και κακή με επικράτηση όμως της αρνητικής. Έτσι, ανάθεμα και αφορισμός είναι ένα και το αυτό πράγμα και είναι η βαρύτατη των εκκλησιαστικών ποινών που επιβάλλεται από αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο. Μετά την υποβολή της ποινής αυτής ο κληρικός ή ο λαϊκός αποκόπτεται από την εκκλησιαστική κοινωνία, και στερείται κάθε αγιαστικού μέσου που μας παρέχει η Εκκλησία, ακόμα και της Σωτηρίας της Ψυχής μας!


5. Αναφορικά με την δήθεν ανάμειξη του Αγίου Νεκταρίου στο Ανάθεμα ενάντια στον Βενιζέλο δεν υπάρχει συγκεκριμένη καταγγελία ούτε πληροφορία. Όλες οι επιστημονικές έρευνες που έγιναν επ’ αυτού δεν μας έδωσαν στοιχεία επιβαρυντικά για τη δράση και τη στάση του αγίου απέναντι στο βαρύ παράπτωμα του αναθέματος εναντίον του Μεγάλου Κρητικού Πολιτικού. Σχετικά, συνιστάται η μελέτη του  Σοφοκλή Γ. Δημητρακοπούλου, με τίτλο, Ιστορική βιογραφία του Αγίου Νεκταρίου βασισμένη σε πηγές, έκδοση 1998, Αθήνα.