ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

 

Οι ίδιοι μελετητές διατυπώνουν, για να ενισχύσουν τις αιτιάσεις τους, και την επιπρόσθετη κατηγορία περί «αφορισμού» και της φιλικής Εταιρίας, βασιζόμενοι στις φράσεις: “…εγένετο γνωστόν…εταιρίαν συστησάμενοι προς αλλήλους…συνεδέθησαν με τον δεσμόν του όρκου…γινωσκέτωσαν ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης…αδιάκριτος (και ασεβής)…”, που βρίσκονται προς το τέλος αμφότερων των κειμένων. Η άγνοια “εγένετο γνωστόν” που επικαλούνται, ο Πατριάρχης και οι συνοδικοί, για τη σύσταση της φιλικής Εταιρίας, τη στιγμή που η Πόλη είχε καταστεί -ήδη από το 1818- η έδρα της, ήταν άραγε πραγματική ή προσποιητή; Το όνομα του -πιθανότερου- πρώτου συντάκτη των κειμένων, Γεώργιου Αφθονίδη, συνιστά μια πρώτη ξεκάθαρη απάντηση. Μυημένος στη φιλική Εταιρία από το 1819, γραμματέας και άνθρωπος της απολύτου εμπιστοσύνης του Γρηγορίου Ε΄ και σύνδεσμος μεταξύ της φιλικής Εταιρίας και του Πατριάρχη.
Αναλυτικότερη απάντηση στο ίδιο ερώτημα μάς δίνουν ο Κ. Παπαρρηγόπουλος: “…η εταιρία περιέλαβε συνεργούς τους εγκριτωτάτους του έθνους άνδρας, τον Πατριάρχην Γρηγόριον, πολλούς ιεράρχας, τους Υψηλάντας…” και ο Δ. Κόκκινος: “…Ο Πατριάρχης προβλέπων ότι η ανάμειξίς του θα εδημιούργει άμεσους κινδύνους…δεν ενεγράφει…αλλά παρακολούθει την δράσιν των Εταίρων…Τον Μαΐον του 1820, όταν πλέον ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε εκλεγεί αρχηγός…ενεπιστεύθει δύο επιστολάς εις τον Ιωάννην Παπαρηγόπουλον, μεταβαίνοντα εις την Ρωσίαν, διά να τας μεταφέρει εις τον Ζωσιμάν και εις τον Υψηλάντην…”. Ποιον κατακεραύνωναν λοιπόν; Τον ίδιο τους τον εαυτό; Όχι βέβαια, οι κεραυνοί τους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά «στάχτη στα μάτια των Τούρκων».
ΠΟΙΟΙ ΑΦΟΡΙΖΟΝΤΑΝ; Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα μας φέρνει αντιμέτωπους με μια πανσπερμία απόψεων. Οι Τρικούπης και Κορδάτος περιορίζουν τον «αφορισμό» στους «πρωταιτίους» Υψηλάντη και Σούτσο. Οι Gordon, Finley, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» και Παπαδόπουλος επεκτείνουν τον «αφορισμό» και στους συνεργάτες τους και όλους τους επαναστάτες της Μολδαβίας. Οι Σκαρίμπας και Χατζηφώτης, άμεσα ή έμμεσα, δέχονται ότι «αφοριζόταν» όλη η ελληνική επανάσταση. Προσεκτική μελέτη των κειμένων δείχνει ότι τα επιτίμια επιβλήθηκαν στους: α) Υψηλάντη και Σούτσο, β) όσους συνεξεγέρθηκαν μαζί τους, γ) όσους θα ήθελαν να επιχειρήσουν κάτι ανάλογο στο μέλλον, δ) όλους τους κληρικούς και μάλιστα τους αρχιερείς του Οικουμενικού θρόνου. Και αν τα επιτίμια των λαϊκών ήταν πνευματικά, εκείνα των κληρικών ήταν έμπρακτα (στέρηση άδειας-ευλογίας να τελούν μυστήρια, καθαίρεση). Γιατί άραγε δεν υπήρξε ούτε μία πράξη καθαίρεσης αρχιερέα για τη συμμετοχή του στην επανάσταση; Πολύ απλά, διότι ο «αφορισμός» δεν αναγνωρίστηκε ως αφορισμός και δεν εφαρμόστηκε ούτε καν από τους συντάκτες του. Πολλοί εκ των οποίων -με προεξάρχοντα τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας- αποδεδειγμένα έλαβαν μέρος στον ένοπλο αγώνα.
Όπως και να’ χει και όπως ήταν αναμενόμενο, βάσει όλων των παραπάνω, το τίμημα για τους αρχιερείς ήταν βαρύ και «πληρώθηκε» άμεσα. Πέντε εξ αυτών φυλακίσθηκαν πάραυτα, ενώ το μαρτύριο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ προγράφηκε για την Κυριακή του Πάσχα (10 Απριλίου 1821). Και αν κάποιοι επιμένουν να μιλούν για εχθρικές πράξεις Ελλήνων κληρικών κατά της πατρίδας και της ελευθερίας του έθνους, επιβάλλεται να γνωρίσουμε το «κλίμα», την περιρρέουσα δηλαδή ατμόσφαιρα των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων της Πόλης -και ειδικότερα του Πατριαρχείου- εκείνη την εποχή, τη θέση και την ευθύνη εκείνων των ανδρών. Μόνο τότε μπορούμε να αποτολμήσουμε μια -έστω και κατά προσέγγιση- αντικειμενική αποτίμηση όσων συνέβησαν.
Ο Th. Gordon, στη συνοπτική ιστορία του για την ελληνική επανάσταση, σημειώνει: “…η είδηση για την επανάσταση στη Μολδοβλαχία και η αποκάλυψη σχεδίου για την ολοκληρωτική ανατροπή της οθωμανικής δυνάμεως… καταπλημμύρισαν τους Τούρκους με αισθήματα οργής και τρόμου που έφτασαν στη φρενίτιδα…Η ιδέα πως ήταν κυκλωμένοι από ανοικτούς ή κρυφούς εχθρούς…Γενίτσαροι και λαός άρχισαν να διαπράττουν φόνους και ληστείες…η Πύλη δεν ανεχόταν απλώς αλλά και ενθάρρυνε…”. Πληρέστερη εικόνα μας δίνει ο ακαδημαϊκός Δ. Κόκκινος: “…ανεγνώσθη εις τα τζαμιά της Κωνσταντινούπολης φιρμάνι δια του οποίου εζητείτο από τους πιστούς να είναι έτοιμοι και άγρυπνοι να κτυπήσουν…έξω του Πατριαρχείου ήρχισαν να περνούν υβρίζοντες και απειλούντες Τούρκοι…οι συνοδικοί εν τω μεταξύ επροσπαθούσαν να εύρουν δικαιολογίαν προς αποφυγήν της εκτελέσεως των ζητηθέντων…οι μουσουλμάνοι της πρωτευούσης ωπλίζοντο, στρατεύματα από την Ασίαν απεβιβάζοντο ολοένα εις όλη την πόλιν…δεν έλειπε παρά η έκδοσις του φετφά του σεϊχουλισλάμ…ο Οικουμενικός Πατριάρχης έσπευσε στην οικίαν του…ο σεϊχουλισλάμης του απάντησε: αποδείξατέ μου ότι η επανάστασις δεν έχει γενικόν χαρακτήτα…ότι η πλειονότης του έθνους σας δεν είναι ένοχος. Όλα τα άλλα εξαρτώνται παρ’ εμού…”
Ο σεϊχουλισλάμης (Χατζή Χαλήλ εφένδης) παύθηκε και πλήρωσε με τη ζωή του την έντιμη στάση του. Ο διάδοχος του (Φεΐζ ιμάμης) υποχρεώθηκε να εκδώσει φετφά που προέβλεπε την τιμωρία «ενόχων, συνενόχων και υπόπτων». Με βάση αυτή την διαταγή εκδόθηκε από το σουλτάνο φιρμάνι για αμνηστία των Ελλήνων, υπό τον όρο, όμως, να αφήσουν κάθε επαναστατική ιδέα. Ο Πατριάρχης -με πλήρη συνείδηση της μεγάλης ευθύνης και του τρομερού κινδύνου- συγκάλεσε κοινή σύσκεψη κληρικών και λαϊκών (πολιτικών, μεγαλεμπόρων και προϊσταμένων των συντεχνιών). Περιθώριο για μη συμμόρφωση στις απαιτήσεις του σουλτάνου δεν υπήρχε. Και ο πλέον προκατειλημμένος αναγνώστης πρέπει να ομολογήσει ότι ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης ζούσε τότε με την αγωνία όχι απλώς διώξεων αλλά πλήρους γενοκτονίας. Οι αρχιερείς δεν έφυγαν ούτε κρύφτηκαν, αλλά παρέμειναν στις επάλξεις και, όταν τους τέθηκε δίλημμα αμετάκλητο, με άφατο πόνο ψυχής αλλά και με σύνεση, ωριμότητα και διπλωματική ευστροφία, επέλεξαν το μη χείρον. Το οποίο, σε συνδυασμό και με την ύψιστη δυνατή χρονοτριβή, αποδείχθηκε πράγματι βέλτιστο, καθώς έδωσε την ευκαιρία στους υπόδουλους της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας να επαναστατήσουν.
Να σταθούμε εδώ και στο ζήτημα τίνος τη σκέψη και διάθεση εξέφραζαν οι γραμμές εκείνου του κειμένου. Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Πατριάρχης και η Σύνοδος έθεσαν ενώπιον των ευθυνών τους το σύνολο των αρχιερέων και των λαϊκών (μέσω των εκπροσώπων τους), προκειμένου να ληφθεί μια απόφαση που θα εξέφραζε τους πάντες. Ειδικότερα, όσον αφορά το ρόλο των αρχιερέων που υπέγραψαν, έχουν διατυπωθεί δύο αποκλίνουσες μεταξύ τους απόψεις. Υπάρχουν μελετητές (Κορδάτος, Κόκκινος, Gordon) που επιμένουν πως ουσιαστικά επρόκειτο για έργο μόνο του Πατριάρχη, και άλλοι (Τρικούπης, Finley, Φιλήμων) που θεωρούν το κείμενο έργο όλης της πατριαρχικής Συνόδου. Ανατρέχοντας στους κατεξοχήν γνώστες της τότε εκκλησιαστικής ζωής (Β. Στεφανίδης, Μ. Γεδεών) καθορίζουμε επακριβώς το ζήτημα του αυτουργού και υπεύθυνου του «αφοριστικού» κειμένου. Εκείνη την εποχή, το σύστημα διοίκησης του “Γεροντισμού” (που είχε εισαχθεί στα μέσα του 18ου αιώνα) βρισκόταν στην ακμή του. Οι «Γέροντες» αρχιερείς χάραζαν τις βασικές γραμμές διοίκησης και ο Πατριάρχης όφειλε να συμμορφώνεται προς αυτές, αν δεν ήθελε να κατέβει από το θρόνο του. Οι «Γέροντες» κατείχαν τα ¾ της πατριαρχικής σφραγίδας και κάθε επίσημο πατριαρχικό έγγραφο έπρεπε να έχει τη συγκατάθεση, τις υπογραφές και τα τεμάχια της σφραγίδας τους -από όπου και η ονομασία «πατριαρχικοσυνοδικό»- προκειμένου να είναι έγκυρο. Είναι λοιπόν τελείως άτοπο να μιλά κανείς για Πατριάρχη αποκλειστικά υπεύθυνο  και για αρχιερείς άβουλα ή πειθήνια όργανα. Στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση, όπως ρητά μαρτυρεί ο Φιλήμων, η πατριαρχική Σύνοδος και μάλιστα οι «Γέροντες» έκριναν επιβεβλημένο να συσκεφθούν για το “τι δέον γενέσθαι” με όσο το δυνατό περισσότερους από τους ιθύνοντες του εκεί ελληνισμού. Μετά από μεγάλη, σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση, συνεχίζει ο Φιλήμων, αποφασίστηκε: α) Οι μεν λαϊκοί να υποβάλλουν αναφορά αποκήρυξης της επανάστασης και βεβαίωσης υποταγής και β) οι δε κληρικοί να συνθέσουν την πράξη του «αφορισμού». Μιλάμε λοιπόν για απόφαση και έργο ευρύτατης κληρικολαϊκής συνέλευσης, με τους αρχιερείς (2 πατριάρχες, 21 στο α΄/16 στο β΄ κείμενο αρχιερείς) να αναλαμβάνουν το θλιβερό «προνόμιο» της υπογραφής και του ταυτόχρονου επωμισμού του συνολικού βάρους της ευθύνης. Αρχιερείς οι οποίοι είχαν μπει στο «στόχαστρο» των Τούρκων («Γέροντας» Εφέσου Διονύσιος) και τους είχε επιφυλαχθεί κοινή μοίρα με το ανώνυμο πλήθος των Ελλήνων, ήδη προ της πράξης του «αφορισμού», προς εκφοβισμό και παραδειγματισμό των υπολοίπων. Μετά δε τον «αφορισμό» και την άφιξη της είδησης για το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο, 6 ακόμη προγεγραμμένοι αρχιερείς (Νικομηδείας Αθανάσιος, Δέρκων Γρηγόριος, Αγχιάλου Ευγένιος, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, Τυρνόβου Ιωαννίκιος) οδηγήθηκαν στο ίδιο δεσμωτήριο με το μητροπολίτη Εφέσου. Κανείς τους δεν ξαναβγήκε από εκεί παρά μόνο για να οδηγηθούν στον τόπο του μαρτυρίου τους. Μαρτύριο προς το οποίο έμελλε να βαδίσει πρώτος -ανοίγοντας το χορό των θυμάτων αρχιερέων- ο Γρηγόριος Ε΄, πρώτος στην τιμή, στις ευθύνες και στο θάνατο. Ο γιαφτάς (απόφαση) που τον οδήγησε στο ικρίωμα έγραφε: “…ου μόνον δεν εγνωστοποίησε ουδ’ ετιμώρησε τους απλούς ανθρώπους…αλλά αυτός ο ίδιος μετέσχε κρυφίως ως αρχηγός της επαναστάσεως…”. Με αυτό το γιαφτά, ως τίτλο τιμής και περγαμηνή πατριωτισμού και αυτοθυσίας, συσταυρώθηκε μαζί με τον Αρχηγό του Ιησού Χριστό-ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821)- και αποστόμωσε (με έργα) τους θεωρητικούς (με λόγια) κατηγόρους του.


Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΗ
Κλείνοντας, παραχωρούμε το λόγο στον «πρωταγωνιστή» Αλέξανδρο Υψηλάντη, προκειμένου να δώσει εκείνος την τελική και αποστομωτική απάντηση σε όσους ΔΑΥΛΙΖΟΥΝ, κρίνουν και κατακρίνουν -βασιζόμενοι μόνο στις υπογραφές τους σε κάποια κείμενα- τους αρχιερείς που, αποδεδειγμένα και με μοναδικό όπλο τη γραφίδα τους, κατόρθωσαν να επιτύχουν έργο σπουδαιότερο από τους οπλαρχηγούς της ελευθερίας του γένους. Ήδη από τις 29 Ιανουαρίου 1821, ο Υψηλάντης έγραφε προς τον Κολοκοτρώνη τα εξής: “…Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος παρά της Πόρτας, σάς στέλλει αφοριστικά…εσείς όμως να θεωρήτε πάντα ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και άνευ θελήσεως…”. Στην προκήρυξη του “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος” στο Ιάσιο έγραφε: “…είναι καιρός να κρημνίσωμεν την ημισέληνον διά να υψώσωμεν το σημείον, δι΄ ου πάντοτε νικώμεν: λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την Ορθόδοξον ημών πίστιν…”. Μετά τη μάχη του Δραγατσανίου, στην τελευταία του ημερήσια διαταγή-το «κύκνειο άσμα του» (8 Ιουνίου 1821), αντί να καταφερθεί εναντίον τον «αφοριστών» του -αποδίδοντας τους την αποτυχία του κινήματος του- καταγγέλλει όσους τον εγκατέλειψαν στο αγώνα του να εκδικηθεί “το ιερόν αίμα των κατασφαγέντων απανθρώπως κορυφαίων υπουργών της θρησκείας Πατριαρχών, Αρχιερέων και μυρίων άλλων αθώων αδελφών”.


Για το άρθρο χρησιμοποιήθηκε η πιο κάτω Βιβλιογραφία: •ΣΤΗΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ " Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία", τ. Α+Β,  • Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού • R. CLOGG, A Concise History of Greece • TH. GORDON, History of the  Greek Revolution • Μ. ΓΕΔΕΩΝ, Κανονικαί Διατάξεις, Επιστολαί, Θεσπίσματα των αγιωτάτων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, •Π. ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΗΣ, Ο ‘‘αφορισμός’’ του Αλέξανδρου Υψηλάντη • Π. ΓΕΩΡΓΑΝΤΖΗΣ, Οι αρχιερείς και το Εικοσιένα • ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους • Δ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ, Η Ελληνική επανάστασις • Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας • ΧΡ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Η Εκκλησία ΚΠόλεως και η μεγάλη επανάστασις • Κ. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ,  Ιστορία του Ελληνικού Έθνους • Γ. ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ, Το 21΄ και η αλήθεια • Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία • Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως • Ι. ΦΙΛΗΜΩΝ, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής επαναστάσεως • G. FINLEY, History of the Greek Revolution • Ι. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ, Βυζάντιο και Εκκλησία   • ΘΕΟΔ. ΖΗΣΗ :" Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' στη συνείδηση του Γένους", Θεσ/κη 1986, όπου πληθώρα ιστορικών μαρτυριών.