ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

 

Tοῦ Aντώνη Iάκ. Eλευθεριάδη,
Δρ. Καθηγητῆ Φιλολογίας καὶ Θεολόγου

Ἐξουσία, παπικὴ ἐξουσία, δαιμονολογία: τρεῖς λέξεις ποὺ ἀπαρτίζουν ἕνα σύνολο γεγονότων ποὺ ἐκπηγάζουν μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα τοῦ 19ου αι καὶ ἀποτυπώνονται στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκι, ἰδιαίτερα στοὺς «Ἀδελφοὺς Καραμάζοβ» (1878-1880) καὶ στοὺς «Δαιμονισμένους» (1871-1872). Θὰ μείνουμε ὅμως περισσότερο στὸ ἀνεπανάληπτο ψυχαναλυτικὸ καὶ θεολογικὸ ἔργο οἱ «Ἀδελφοὶ Καραμάζοβ» καί, πιὸ συγκεκριμένα, στὸ Μῦθο τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» ποὺ ἀσύνδετα πρὸς τὴ γενικὴ ὕφανση τῆς ὑπόθεσης τοῦ ἔργου ἔβαλε στὸ στόμα τοῦ ἄθεου Ἰβάν, τὸν ὁποῖο ἐπινόησε ὁ Ντοστογιέφσκι προκειμένου νὰ προβάλει τὸν προβληματισμό του ἀπέναντι κυρίως στὸν καθολικισμὸ καὶ ἀπέναντι στὸν Θεό, τοῦ ὁποίου ἔντονα ἀμφισβητοῦσε τὴν ὕπαρξη.

1. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ Μύθου συναντᾶμε τὸν δαίμονα, ὄχι ὅμως ὅπως μᾶς τὸν διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ ἀσκητικὴ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ ξεκαθαρίσομε ὅμως πῶς παρουσιάζεται ὁ δαίμονας στὴ Βίβλο. Ἡ πιὸ καθαρὴ περιγραφὴ τῆς ταυτότητας τῶν δαιμόνων βρίσκεται στὴν Ἀποκάλυψη 12:9: «Ὁ δράκος λοιπὸν ὁ μεγάλος, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ποὺ λέγεται διάβολος καὶ σατανᾶς καὶ παραπλανάει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ρίχτηκε κάτω στὴ γῆ, καὶ μαζί του ἔριξαν καὶ τοὺς ἀγγέλους του». Φαίνεται ἀκόμα ὅτι ὁ Σατανᾶς καὶ οἱ δαίμονες καταστρέφουν καὶ ἐξαπατοῦν ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ λατρεύουν τὸ Θεό (Α΄ Πέτρου 5:8, Β΄ Κορινθίους 11:14-15). Οἱ δαίμονες περιγράφονται σὰν πονηρὰ πνεύματα (Κατὰ Ματθαῖον 10:1), ἀκάθαρτα πνεύματα (Κατὰ Μᾶρκον 1:27), καὶ ἄγγελοι τοῦ Σατανᾶ (Ἀποκάλυψη 12:9). Ὁ Σατανᾶς καὶ οἱ δαίμονές του ἐξαπατοῦν τὸν κόσμο (Β΄ Κορινθίους 4:4), ἐπιτίθενται στοὺς Χριστιανούς (Β΄ Κορινθίους 12:7, Α΄ Πέτρου 5:8), καὶ μάχονται τοὺς ἁγίους ἀγγέλους (Ἀποκάλυψη 12:4-9). Οἱ δαίμονες εἶναι πνευματικὰ ὄντα, ἀλλὰ μποροῦν νὰ ἐμφανιστοῦν σὲ φυσικὰ σώματα (Β΄ Κορινθίους 11:14-15). Οἱ δαίμονες/πεσμένοι ἄγγελοι εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ – ἀλλὰ εἶναι νικημένοι ἐχθροί. Ἰσχυρότερος εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι μέσα μας ἀπὸ αὐτὸν ποὺ εἶναι στὸν κόσμο (Α΄ Ἰωάννη 4:4).

Καὶ ἐνῶ ὁ δαίμων, σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη (8: 44), εἶναι ἀνθρωποκτόνος καὶ ψεύτης, στὴν δαιμονολογία τοῦ ντοστογέφσκιου Μύθου ἐμφανίζεται σὰν τὸ τρομερὸ καὶ πάνσοφο καὶ κραταιὸ πνεῦμα, σὰν νοῦς αἰώνιος κι ἀπόλυτος, σὰν τὸ πνεῦμα τῆς αὐτοκαταστροφῆς καὶ τῆς ἀνυπαρξίας, τὸ ἄπειρο πνεῦμα, στὸ ὁποῖο ὤφειλε νὰ ὑπακούσει ἀκόμα κι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς στὴ διάρκεια τῶν πειρασμῶν στὴν ἔρημο, μετὰ τὴ βάπτισή του στὸν Ἰορδάνη. Τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα ἐμπνέει καὶ καθοδηγεῖ ὅλες τὶς δράσεις τοῦ Ἱεροεξεταστῆ. Δαιμονικῆς προέλευσης εἶναι καὶ ἡ ἰησουιτικὴ θεωρία τοῦ: «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα», ὅταν βέβαια τόσο ὁ σκοπός, στὸν ὁποῖο στοχεύουμε ὅσο καὶ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦμε εἶναι ἀντίθετα πρὸς τοὺς παραδεκτοὺς πανανθρωπίνως γραπτοὺς καὶ ἄγραφους κανόνες συμπεριφορᾶς. Παραδείγματος χάρη: μὲ τὰ ψέματα, τὶς ἀπάτες, τὶς πλαστὲς ἢ τὶς ἐπινοημένες ἀλήθειες, μὲ τὰ δῆθεν θαύματα στὴν πραγματικότητα ὅμως μὲ μαγγανεῖες, προσπαθοῦμε νὰ παρασύρουμε τὸν κόσμο νὰ μᾶς ἀκολουθήσει. Δὲν ἀποκρύπτει ὁ Ἱεροεξεταστὴς αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἐκδοχή: «Μονάχα ἐμεῖς, ὑποτίθεται ἐν ὀνόματί Σου, ψευδόμενοι, θὰ τοὺς κάνουμε νὰ τὸ πιστέψουν ὅτι εἴμαστε σὲ θέση νὰ τοὺς χορτάσουμε». Κι ἀλλοῦ ὁ ἴδιος: «Δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ μείνει δίχως θαύματα, θὰ κατασκευάσει γιὰ τὸν ἑαυτό του νέα θαύματα, δικά του πιά, καὶ θὰ προσκυνήσει τὶς μαγγανεῖες, τὰ ξόρκια τῶν τσαρλατάνων, ἔστω κι ἂν εἶναι ἑκατὸ φορὲς ἐπαναστάτης, αἱρετικὸς κι ἄθεος». Κι ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Μῦθο, ὅπου ζευγαρώνει ὁ φαρισαϊσμὸς καὶ ἡ ἐξαπάτηση τῶν ἀφελῶν σὲ μιὰ ἀπόλυτη ψευδολογία: «Ἐμεῖς θὰ τοὺς λέμε πὼς ὑπακούομε σὲ Σένα καὶ πὼς τοὺς ἐξουσιάζουμε ἐν ὀνόματί Σου. Θὰ τοὺς ἐξαπατήσουμε, μιὰ ποὺ δὲν πρόκειται νὰ Σοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ τοὺς ξαναπλησιάσεις».

Ἑπομένως, στὴ δαιμονολογία τοῦ Ντοστογιέφσκι εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἀνάδειξη τοῦ ψεύδους στὴ συνείδηση καὶ τὴν ἐκφορὰ τῶν πράξεων τοῦ Καρδιναλίου καὶ ἐκεῖθεν τῆς παπικῆς ἐκκλησίας.

2. ὁ πυρήνας τοῦ μύθου εἶναι διαχρονικός. Οἱ περισσότεροι ἀναλυτὲς συμφωνοῦν πὼς ἀναφέρεται σὲ κάθε εἶδος καὶ μορφὴ ἐξουσίας. ’Εξουσία τοῦ δαίμονα, ἀπὸ τὴν ὁποία γεννᾶται ἡ ἐξουσία τοῦ Καρδινάλιου, καὶ ἀπὸ ’κεῖ ἡ ἐξουσία τοῦ Πάπα, ἡ παπικὴ ἐξουσία. Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαριστεῖ ἡ ἔννοια τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ ἐπιθετικοῦ προσδιορισμοῦ «παπικὴ ἐξουσία». Ὁ πανάρχαιος ὅρος ἐξουσία προέρχεται ἐτυμολογικὰ ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἔξεστι» δηλαδὴ «εἶναι δυνατό, ἐπιτρέπεται». Ἡ δύναμη, ἡ θέληση, ἡ ἐπιβολὴ συμπλέκονται ἐννοιολογικὰ συνθέτοντας τελικὰ τὰ ἐξουσιαστικὰ νήματα, τὴν ἐξουσιαστικὴ δικτύωση. Παπικὴ Ἐξουσία εἶναι ἡ δυνατότητα ἑνὸς παράγοντα, ἐν προκειμένῳ, τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, νὰ ἐπιδρᾶ ἀποφασιστικὰ καὶ τελεσίδικα στὸ ἐκκλησιαστικὸ καὶ κοινωνικὸ σύμπαν, προκειμένου νὰ ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἀνάγκες τῆς παπικῆς αὐθεντίας καὶ νὰ ἐπιτευχθοῦν οἱ θεοκρατικοὶ σκοποί του. Ἡ ἐξουσία ἀναπτύσσεται πάντα μέσα στὴν κοινωνία ἀφ’ἑνός ὡς σχέση ἑνὸς θεσμοθετημένου ὀργάνου μὲ ἄλλους παράγοντες δράσης καὶ συνολικὰ μὲ τὸ περιβάλλον του καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὡς μέσο, ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸ ὄργανο αὐτὸ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση κυρίως τῶν ὑλιστικῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἐπίτευξη τῶν σκοπῶν αὐτοσυντήρησης καὶ διεύρυνσης τῆς ἐπικυριαρχίας του. Τί διαβάζουμε στὸν Ντοστογιέφσκι;

Ὕστερα ἀπὸ κάποια παύση στὴ διήγηση τοῦ ποιήματος-μύθου ἀπὸ τὸν Ἰβάν, ὁ Ἀλιόσα παίρνει τὸ λόγο καὶ ἐξηγεῖ ποῦ ἀποβλέπει, κατὰ τὴ γνώμη του, ὁ καθολικισμὸς καὶ τί μᾶς λέει; «Εἶναι μιὰ ἁπλούστατη ἐπιθυμία γιὰ ἐξουσία πάνω στὰ γήινα βρόμικα ἀγαθά, γιὰ ὑποδούλωση... ἕνα εἶδος μελλοντικῆς δουλοπαροικίας ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτοὶ νὰ γίνουν γαιοκτήμονες... αὐτὸ εἶναι ὅλο κι ὅλο ποὺ θέλουν. Ἴσως οὔτε κἂν πιστεύουν σὲ Θεό».

3. Ἕνας λοιπὸν ἀναγνώστης ποὺ διαβάζει στοὺς «Ἀδελφοὺς Καραμάζοβ» τὸ Μῦθο τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρύνει τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ ‘θεολόγου’ Ντοστογιέφσκι ποὺ ἔζησε τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα τῆς Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ Α΄, ποὺ συγκλήθηκε στὰ 1870 καὶ θεσμοθέτησε τὸ περίφημο Ἀλάθητο τοῦ Πάπα, jure divino. Σύμφωνα μὲ αὐτὸν τὸ δογματικὸ ὅρο, ὁ Πάπας, ὅταν ἀποφαίνεται «ἀπὸ καθέδρας», ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ ἀχρηστεύει καὶ ἀκόμα νὰ διακηρύσσει ὡς πλανεμένες τὶς διδασκαλίες τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως!

Περιορίζομαι νὰ ἀναφέρω τὰ πιὸ κάτω ἀλαζονικὰ λόγια τοῦ Ἱεροεξεταστῆ ποὺ ἀπευθύνονται στὸν Φυλακισμένο του Χριστό: «Διορθώσαμε τὸ μέγα ἔργο Σου καὶ τὸ θεμελιώσαμε πάνω στὸ θαῦμα, στὸ μυστήριο καὶ στὴν αὐθεντία. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀναγάλλιασαν ποὺ τοὺς ὁδήγησαν καὶ πάλι σὰν ἀγέλη καὶ ποὺ σήκωσαν ἐπὶ τέλους ἀπ’ τὶς καρδιές τους τὸ τόσο τρομακτικὸ δῶρο ποὺ τοὺς ἐπέφερε τόσα βάσανα. Καὶ μεῖς, πές μου, εἴχαμε δίκιο νὰ διδάσκουμε καὶ νὰ ἐνεργοῦμε ἔτσι; Πιστεύεις ἀλήθεια, πὼς ἐμεῖς δὲν ἀγαπᾶμε τοὺς ἀνθρώπους, ἐμεῖς ποὺ ἀναγνωρίζουμε τόσο ταπεινὰ τὴν ἀδυναμία τους; Ἐμεῖς ποὺ ἐλαφρύνουμε μὲ τόση στοργὴ τὸ φορτίο τους, ἐπιτρέποντας στὴν ἀδύνατη φύση τους ἔστω καὶ νὰ ἁμαρτάνει μὲ τὴν ἄδειά μας;».

4. Τὸ σκηνικὸ τοῦ Μύθου εἶναι στημένο στὴ Σεβίλη, στὴν πλατεῖα τῆς πόλης ἀπὸ τὴ μιά, καὶ στὴ φυλακὴ τοῦ ἱεροεξεταστηρίου ἀπό τὴν ἄλλη. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως. Στὴν πρώτη φάση διαβάζουμε τὴν περιγραφὴ τῆς θείας παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ, μὲ τὰ σημεῖα καὶ τὶς θαυματουργίες του, μὲ φανέρωση τῆς Χριστολογίας τῆς θείας ἐξουσίας, ἐνῶ στὴ δεύτερη φάση, τὴν ἀπρόσμενη συνάντηση, στὴ φυλακή, τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ μὲ τὸν Χριστό, ὅπου ἀνακαλύπτουμε τὴ στάση καὶ τὴν ἰδεολογικὴ θεμελίωση τοῦ ἀντικαθολικισμοῦ τοῦ ρώσου ὀρθοδόξου διανοητῆ. Ὁ ἀντικαθολικισμὸς τοῦ Ντοστογιέφσκι δὲν προκύπτει ἀπὸ διάφορες συνεπαγωγὲς καὶ ὑποθέσεις, ἀλλὰ εὐκρινῶς καὶ προδήλως. Ἀκοῦμε, γιὰ παράδειγμα, τὸν Καρδινάλιο Ἱεροεξεταστὴ νὰ λέει: «Μάθε το, δὲν σὲ φοβᾶμαι. Μάθε πὼς κι ἐγὼ πῆγα στὴν ἔρημο, πὼς κι ἐγὼ τρεφόμουνα μὲ ἀκρίδες καὶ ἀγριόριζες, πὼς κι ἐγὼ εὐλογοῦσα ἐκείνην τὴν ἐλευθερία, μὲ τὴν ὁποία Ἐσὺ εὐλόγησες τοὺς ἀνθρώπους, πὼς κι ἐγὼ ἑτοιμαζόμουνα νὰ μπῶ στὸν ἀριθμὸ τῶν ἐκλεκτῶν, νὰ γίνω ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, λαχταρῶντας νὰ «συμπληρώσω τὸν ἀριθμό».

Μά, ἄνοιξα τὰ μάτια μου καὶ ἀρνήθηκα νὰ ὑπηρετήσω τὴν ἀφροσύνη. Γύρισα πίσω καὶ προσχώρησα στὸν ἀριθμὸ ἐκείνων ποὺ διόρθωσαν τὸ ἔργο Σου. Ἔφυγα ἀπὸ τοὺς ὑπερήφανους καὶ ἐπέστρεψα στοὺς ταπεινούς, προκειμένου νὰ τοὺς κάνω εὐτυχισμένους. Ὅ,τι Σοῦ λέω θὰ γίνει, θὰ ἐγκαθιδρυθεῖ ἡ βασιλεία μας. Στὸ ἐπαναλαμβάνω: αὔριο κιόλας θὰ δεῖς αὐτὴν τὴν πειθήνια ἀγέλη νὰ τρέχει στὸ πρῶτο μου νεῦμα πρὸς τὴν πυρὰ καὶ νὰ συνδαυλίζει τὴν πυρὰ ὅπου θὰ σὲ κάψω, γιατὶ ἦρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσεις. Καὶ ἂν ὑπάρχει κάποιος ποὺ νὰ ἀξίζει, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον, αὐτὴ τὴν φορά, αὐτὸς εἶσαι Σύ. Αὔριο θὰ σὲ κάψω. Τέλειωσα. Dixi».

5. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐσωτερικοῦ διαλόγου μὲ τὸν ἀμίλητο Χριστὸ διακρίνουμε τὸ πάνσοφο πνεῦμα, ὅπως ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸν Ἱεροεξεταστὴ ὁ δαίμονας. Εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸ Χριστό, ἀκριβῶς μετὰ τὸ Βάπτισμά του στὸν Ἰορδάνη, λίγο πρὶν τὴν ἀνάληψη τοῦ δημόσιου ἔργου του, καὶ τὸν «ἐπείραξε». Ὁ Ἱεροεξεταστὴς δὲν τὸ κρύβει. Εἶναι ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ μὲ τὸ μέρος του καὶ ἐνάντιος πρὸς τὸν Χριστό, εἶναι δηλαδὴ Ἀντίχριστος. Ἔκφανση τῆς δαιμονολογίας τοῦ Μέγάλου Ἱεροεξεταστῆ εἶναι ἡ ἀποδοχὴ ὅτι οἱ ἄνθρωποι, πλὴν ὁρισμένων ἐξαιρέσεων, εἶναι ἀδύνατοι καὶ ὡς ἐκ τούτου χρήζουν βοηθείας καὶ εἶναι ἐξαιρετικὰ βαρὺ καὶ ἐπώδυνο γι’ αὐτοὺς νὰ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ ὑπεύθυνοι ὥστε νὰ ἐπωμίζονται τὶς ἀποφάσεις τους. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τί θέλουν; ἀσφαλῶς θέλουν πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ ἔχουν τὴν οἰκονομική τους ἄνεση καὶ αὐτοτέλεια, τὴν ὑλική τους εὐδαιμονία, τὴν εὐτυχία. Ἄλλωστε, δὲν εἶναι ἁμαρτωλοὶ ἀλλὰ πεινασμένοι! Θὰ ἤθελαν ἀκόμα νὰ ἀποσείσουν ἀπὸ πάνω τους τὸ βαρὺ φορτίο τῆς προσωπικῆς τους εὐθύνης, γιὰ ὅσα κάνουν ἢ παραλείπουν νὰ κάνουν. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ Χριστὸς θέτει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου στὴ βάση τῆς ὀντολογίας τῆς ἀγάπης ὡς ὑπέρτατη ἀξία τῆς ζωῆς. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ κάνει τὸν Ἱεροεξεταστὴ νὰ λέει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνθρώπινη ἀδύνατη φύση, τὶς δύσκολες στιγμὲς τῶν μεγάλων ἀποφάσεων, ἀκόμα τὸ γεγονὸς ὅτι τοῦ θέτει πολὺ ὑψηλότερους στόχους καὶ ἰδέες σχεδὸν ἀδύνατον νὰ πραγματωθοῦν ἀπὸ τοὺς περισσότερους. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Ἱεροεξεταστῆ φαίνεται πειστική.

6. Συνακόλουθα, δικαιολογεῖται γιατί τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι ἐπαναστάτες ἐνάντια σὲ Ἐκεῖνον, δηλ. τὸ Χριστό, καὶ συστρατευμένοι μὲ τὸν Ἱεροεξεταστὴ ποὺ δὲν εἶναι πιὰ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ πιστὸς ἀκόλουθος τοῦ Πονηροῦ πνεύματος, τοῦ Δαίμονα, τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἀποδεικνύει στὸν ἀγχώδη μονόλογό του ὅτι συμμερίζεται τὴν ἀδύνατη ἀνθρώπινη φύση, συμπαρίσταται στὶς ἀνάγκες, ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματα γιὰ διατροφὴ καὶ κοινωνικο-ψυχικὴ ἰσορροπία τῶν ἀνθρώπων, ἐγγυᾶται τὸν ἐπίγειο ἄρτο καὶ τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη. Γιὰ τὸ ψωμί τους καὶ τὴν παγκόσμια εἰρήνη ὁ Ἱεροεξεταστὴς δέχθηκε νὰ ἀναλάβει τὸ βαρὺ φορτίο τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἐξ οὗ ἡ θεωρία περὶ δύο ξιφῶν. Τὸ ἕνα ξίφος σύμβολο τῆς πνευματικῆς καὶ τὸ ἄλλο τῆς κοσμικῆς δυνάμεως. Ἡ κοσμικότητα, λοιπόν, τῆς δυτικῆς χριστιανοσύνης συνδέθηκε μὲ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες ἁμαρτίες τοῦ καθολικισμοῦ καὶ τῶν παραφυάδων του.

Ἐν κατακλείδι, δὲν ἔχουμε παρὰ ὁλόθερμα νὰ εὐχηθοῦμε ὅπως μιὰ μέρα, κι ἂς μὴν ἀργήσει αὐτὴ νά’ρθει, ἡ ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπαρνηθεῖ τὶς κακοδοξίες της, δηλαδὴ τὸν «διάβολο» τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, καὶ ἀκολουθήσει τὸν ἀναμάρτητο Ἰησοῦ ποὺ δὲν ὑπέκυψε στοὺς τρεῖς πειρασμοὺς τοῦ Σατανᾶ στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας: Μὲ μιὰ διάνοια λοιπὸν καὶ μὲ μία φωνὴ νὰ μὴν σταματᾶμε νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς παρέχει «τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»!