ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΙΑ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ

 

Μια μαθήτρια εκμυστηρεύθηκε σε μένα έναν βαθύ πόνο της, μια συμφορά που δοκίμασε, όταν ήταν 13 χρονών, παιδούλα ακόμα. Δυστυχώς, τέτοιες περιπτώσεις έχουμε ακούσει πολλές και έχουμε διαβάσει ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου τα δικαιώματα των παιδιών παραβιάζονται ασύστολα, ανήλικα παιδιά πέφτουν θύματα ανθρωπόμορφων τεράτων που το ακόρεστο πάθος τους είναι η τρυφερή σάρκα του ανήλικου.

Η σεξουαλική τους διαστροφή ικανοποιείται ξεδιάντροπα με παιδιά. Στην επιστήμη της εγκληματολογίας είναι γνωστοί  με τον ελληνογενή ξενικό όρο «παιδόφιλοι», ή αλλιώς παιδεραστές. Στη λίστα των ανώμαλων υπανθρώπων βρίσκουμε και τους Σάτυρους, άτομα δηλαδή με έντονη σεξουαλική ανώμαλη δραστηριότητα, λάγνα και ακόλαστα, με ζωώδη ένστικτα σαν εκείνα των Σατύρων της Μυθολογίας. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περίπτωσης  αυτής της κοπέλας ήταν ότι, σήμερα, ώριμη πια και μητέρα, μου δήλωσε ότι δεν πιστεύει πια στο Θεό, ούτε πηγαίνει στην Εκκλησία ούτε τυπικά το Πάσχα, δεν κάνει το σταυρό της, σιχαίνεται τον κλήρο. Αναρωτιέστε και εσεις, όπως κι εγώ τότε, τι ήταν εκείνο το στοιχείο που την έφερε σε αυτό το σημείο έσχατης απιστίας προς το Θεό και τις αξίες της Χριστιανικής Θρησκείας. Είναι πρόσωπο που προέρχεται από οικογένεια με θρησκευτικές καταβολές, γονείς που τα έχουν καλά με παπάδες, δεν αφήνουν κήρυγμα για κήρυγμα σε αίθουσες και σε ναούς, που μεταλαμβάνουν των αχράντων μυστηρίων.  Αυτή ήταν η οικογένεια της, ας την ονομάσουμε ψευδώνυμα, Ελένης. Η παιδούλα Ελένη με την υπόδειξη των γονιών της πήγαινε στο σπίτι του Εξομολόγου Αρχιμανδρίτη Ιεροκήρυκα μεγάλης Μητρόπολης του Λεκανοπεδίου και Θεολόγου. «Σε αγαπώ παιδί μου, της έλεγε, πιο πολύ από τους γονείς σου», ενώ τα χέρια του θώπευαν το σωματάκι της…Ας μου επιτραπεί όμως να σταματήσω αυτή τη ροζ αμαρτία του Αρχιμανδρίτη. Το πιο τραγικό σε αυτή την ιστορία είναι το εξής: η μικρή δεν άντεξε το βασανιστήριο στο οποίο κάθε τόσο υποβαλλόταν και τα είπε στη μάνα της. Ασφαλώς θα περιμένατε να τρέξει να βρει τον παλιάνθρωπο παπά, να τον σπάσει στο ξύλο, να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Λάθος. Η θρησκοληψία της μάνας και του πατέρα ιδού πώς αντέδρασε. Και οι δυο με μια φωνή, απέδωσαν τις καταγγελίες της Ελένης σε πρόθεσή της να απομακρυνθεί δήθεν από το δρόμο του Θεού! Και η ψυχή της έσταζε ακόμα πιο πολύ αίμα. Αφήνοντας όμως κατά μέρος το παράδειγμα της Ελένης είναι αναγκαίο  να εξετάσουμε τις συντεταγμένες του προβλήματος της απιστίας. Το φαινόμενο της απιστίας είναι κατεξοχήν πρόβλημα ψυχολογικού αδιεξόδου, είναι προσπάθεια τακτοποίησης του εσωτερικού κενού και  ικανοποίηση μιας εξωλογικής ανάγκης. Ενώ γνωρίζουμε π.χ. πως μια πράξη απιστίας στο σύντροφό μας θα πληγώσει τη σχέση, ωστόσο σαν τη γυναίκα του Λωτ προτιμάμε την καταστροφή. Πέρα όμως από τη διαπροσωπική σαρκική απιστία, έχουμε και την απιστία στις γνώμες και απόψεις που υποστηρίζουν οι άλλοι. Πού οφείλεται μια τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης στην ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα των ιδεών που υποστηρίζει ένας τρίτος; Ασφαλώς,  το ιδεολογικό φάσμα του περίγυρου ακτινώνεται στις σκέψεις και στις προτιμήσεις μας, διαμορφώνει και σχηματοποιεί τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις μας για τη ζωή και το αύριο. Μας δίνει την πρώτη ύλη για τη δημιουργία μιας προσωπικότητας που θα πιστεύουμε πως είναι δικιά μας. Ανάλογα τώρα με την ποιότητα της επίδρασης του κοινωνικού πλήθους και την ψυχοσύνθεσή μας διαβαθμίζονται ηθικές αξίες, πετυχαίνεται η συμφωνία του εαυτού μας με την φωνή της κοινής γνώμης, πραγματώνεται λεπτό προς λεπτό η ταυτότητα της ύπαρξής μας. Στην προέκταση των κοινωνικών αυτών επαφών και του τρόπου αντιμετώπισης των απόψεων και της συμπεριφοράς των άλλων βρίσκεται το ψυχολογικό περίβλημα της πίστης ή της απιστίας που δείχνει το άτομο στις γνώμες και θέσεις των άλλων. Σε μια τέτοια φάση, ο τύπος του άπιστου απορρίπτει  εκ των προτέρων τα πάντα που δεν είναι απόρροια του ορθού λόγου και της φυσικής πραγματικότητας. Ετσιθελικά, αρνείται να αποδεχθεί ό,τι ασπάζεται η κοινωνική ομάδα με τον μανδύα της παράδοσης. Δεν θέλει να ακούσει συμβουλές και εμπειρίες ανθρώπων καλής θέλησης και σύνεσης. Ο άπιστος δεν θυσιάζει την μοναδικότητα της δικής του αυτοαντίληψης στον βωμό της κοινωνικής αντικειμενικότητας. Είναι ο άνθρωπος που έχει ίνδαλμα τον κακώς επονομαζόμενο «άπιστο Θωμά» της ομάδας των μαθητών του Χριστού, του οποίου το αποκλειστικό κριτήριο για την αλήθεια της Ανάστασης ήταν η φερεγγυότητα που μας δίνουν οι αισθήσεις. Τίποτα έξω και πέρα από το μάτι, το αφτί, την αφή. Η απιστία είναι η αυθόρμητη αποδοχή της άρνησης όχι μόνο των αξιών της ζωής και του πολιτισμού, αλλά και του ίδιου του Θεού, από τον οποίο απορρέει «πάν δώρημα τέλειον». Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λέμε ότι η απιστία συγγενεύει με τον μηδενισμό και τον αμοραλισμό, με μια ζωή χωρίς ηθικό έρμα, χωρίς σκοπό και ιδανικά. Ο άπιστος βλέπει τους πάντες με υποψία, αμφιβάλλει για όλα και για όλους. Θεωρεί πως αυτοί που βρίσκονται απέναντί του τον επιβουλεύονται, απειλούν τον πύργο της αυτοτέλειας του υπαρξιακού τους «εγώ». Να θυμηθούμε εδώ την απόφανση του φιλόσοφου Θεόφραστου στους «Χαρακτήρες» του: «ο άπστος εκδηλώνει υπόληψίν τινα αδικίας κατά πάντων». Για να φτάσει όμως κάποιος στην κατάσταση της απιστίας ασφαλώς χρειάστηκε να περάσει από διαδοχικές φάσεις σκληρών απογοητεύσεων και αποτυχιών, διάψευσης προσδοκιών, οδυνηρής αίσθησης της κακότητας και κακεντρέχειας  που δοκίμασε από δήθεν φίλους και αγαπημένα του πρόσωπα. Ο ερωτευμένος που πίστεψε στην αγάπη και την ειλικρίνεια του/της συντρόφου, αλλά έπεσε από τα σύννεφα, προσγειώθηκε ανώμαλα και απογοητεύθηκε, αν δεν φτάσει σε τρελές αποφάσεις αυτοχειρίας ή εγκλήματος, αυτό που μένει στην πονεμένη καρδιά του είναι το ελάχιστο η ήπια μορφή της απιστίας, με τη μορφή της αδιαφορίας για το αντίθετο φύλο ή, στην χειρίστη των περιπτώσεων, εκδίκηση και τιμωρία, επίδειξη ανυπαρξίας γνήσιων συναισθημάτων και μια απύθμενη ενεργητική υποκρισία. Η απιστία λοιπόν είναι μια λύση στο αδιέξοδο που ίσως γεννήθηκε από τη ρομαντική αντίληψη πως ο άλλος είναι η ηθική προέκταση της δικής μας οντότητας, αγνός στις διαθέσεις, ανυστερόβουλος και ειλικρινής. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα νεαρών κυρίως ατόμων, όπως εκείνο που αναφέρθηκε στον πρόλογο του παρόντος άρθρου, αγοριών και κοριτσιών,  που με την αφιλοκέρδεια των προθέσεών τους πλησίασαν κάποιος ρασοφόρους, πολιτικούς, δημοσιογράφους, ανθρώπους υπεράνω υποψίας, τα οποία  άσκησαν πάνω τους γοητεία.   Δεν θα αργήσει να καταλάβουν ότι μπλέχθηκαν στα δίκτυα της εκμετάλλευσης των αγαθών αισθημάτων τους. Ακολουθεί απελπισμός. Σβήνουν τα όνειρα και οι πιο γλυκιές προσδοκίες.  Κατάλαβαν ότι οι άνθρωποι που είχαν στην καρδιά τους  ήταν υποκριτές, άθεοι στην πράξη, αμφίβολης ανδροπρέπειας, ανώμαλοι, προκλητικά παλιάνθρωποι, αλαζόνες, σταυρωτές της αλήθειας, υβριστές του ίδιου του Θεού. Σε μια στιγμή τα βιώματα πίστης χωματοποιήθηκαν, τη θέση της εμπιστοσύνης σε πρόσωπα και ιδέες πήρε η άρνηση, ο εγκλεισμός  στο αυτάρεσκο «εγώ».  Σαν αντίποδας στην απαισιόδοξη ιδέα της απιστίας θα ήταν προτιμότερο να επαναλάβω τις ωραίες σκέψεις που διάβασα στον γέροντα  επίσκοπο Κάλλιστο Wear: «Ίσως υπάρχουν μερικοί που με τη χάρη του θεού κρατούν  σ’ όλη τους τη ζωή την πίστη ενός μικρού παιδιού, που τους δίνει την ικανότητα να δέχονται ανερώτητα όλ’ αυτά που έχουν διδαχθεί.  Για τους περισσότερους όμως, σήμερα μια τέτοια διάθεση απλώς δεν είναι δυνατή. Πρέπει να οικειοποιηθούμε την κραυγή, «Κύριε, πιστεύω, βοήθει μου τη απιστία» (Μαρκ. 9,24). Για πολλούς  από μας αυτή θα παραμείνει η διαρκής μας προσευχή ως αυτές τις πύλες του θανάτου. Κι όμως η αμφιβολία καθαυτή δεν δείχνει έλλειψη πίστης. Ίσως σημαίνει το αντίθετο  -  ότι η πίστη μας είναι ζωντανή και αυξανόμενη. Γιατί η πίστη δεν συνεπάγεται μακαριότητα  αλλά ριψοκινδύνεμα, όχι απομόνωση από το άγνωστο αλλά  πορεία άφοβη για να το συναντήσουμε. Η πράξη της πίστης είναι ένας ασταμάτητος διάλογος με την αμφιβολία. Η πίστη τελικά είναι μια πηγή αμφιβολίας και πάλης πριν γίνει μια πηγή σιγουριάς και γαλήνης».       1530 δεν πρέπει να ξεχάσουμε τον παράγοντα του κενού που αφήνει στην ψυχή μας το πνεύμα της απογοήτευσης που νιώθουμε όταν πρόσωπα στα οποία κάποτε πιστέψαμε αποδεικνύονται αναποδογυρισμένα ποτήρια, ωχρά και ψεύτικα ομοιώματα της πίστης μας. Η απιστία είναι θηλυκού γένους; Οι Γάλλοι λένε πως ο σύζυγος μαθαίνει πάντα τελευταίος την απάτη. Και δεν έχουν και άδικο μιας και στην περίπτωση της γυναικείας απάτης , η σύζυγος έχει από καιρό χάσει την επαφή με τον σύζυγο της και αναζητά αυτή ακριβώς την συναισθηματική επαφή μέσα από μια εξωσυζυγική σχέση. Τα τελευταία χρόνια η γυναικεία απιστία έχει αυξηθεί κατά 50% αλλά οι περισσότεροι απατημένοι σύζυγοι δύσκολα μπορούν να εντοπίσουν εκείνα τα σημάδια που προδίδουν την απιστία της συντρόφου τους μένοντας πραγματικά κατάπληκτοι, όταν αυτή τους ζητάει διαζύγιο!

Συνήθως οι γυναίκες δεν παίρνουν την απόφαση να απατήσουν τον σύζυγο τους ή τον σύντροφό τους απερίσκεπτα. Η απόφαση τους είναι μελετημένη και είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας σκέψης και προβληματισμού. Η γυναικεία απιστία περνά από διάφορα στάδια μέχρι να ολοκληρωθεί και κατά την διάρκεια αυτών των σταδίων υπάρχουν αρκετά σημάδια που προδίδουν την ψυχική απιστία πολύ ενωρίτερα από την καθαρά σωματική απιστία. Εάν ένας άντρας μπορέσει να εντοπίσει τα σημάδια αυτά, έχει αρκετές πιθανότητες να προλάβει να σώσει τον γάμο του ή τη σχέση του.

Να προσθέσουμε εδώ ότι πλην του σεξουαλικού ενστίκτου, στην απιστία οδηγούμαστε και από την γοητεία του απαγορευμένου ή την ομοιομορφία του συνηθισμένου. Aλλωστε, ο μεγαλύτερος εχθρός του έρωτα είναι η επαναληπτική συνήθεια.