ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ - ΠΑΤΗΡ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

 

1.  Ο «ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ» ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ  ΘΟΔΩΡΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

Όχι, ποτέ δεν θα πιστέψω πως ο Πατήρ Αυγουστίνος Καντιώτης, ο πρώην Μητροπολίτης Φλώρινας, ήταν ένας ελληνορθόδοξος φονταμενταλιστής που το φθινόπωρο του 1990   είχε ανοίξει ιερό πόλεμο εναντίον του «αντεθνικού και βλάσφημου» έργου του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Είναι αρκετά δέκα οκτώ ολόκληρα χρόνια από τότε να έχει κατακαθίσει η σκόνη της έντασης και του πάθους και να  έχουν στρογγυλοποιηθεί οι αιχμές του προβλήματος. Ένας μεγάλος σκηνοθέτης με τις ιδεολογικές αποκλίσεις από τη συνηθισμένη κοινωνική και πολιτική καθεστικότητα, με τον αριστερό προσανατολισμό, με την ολιγοπιστία του και την ρωγμάτωση που είχε υποστεί το ιδεοπολιτικό του υπόστρωμα, μετά το τέλος του σοσιαλιστικού πειράματος του 1989, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ψάχνει απελπισμένα να βρει ιδεολογική όχθη και με αβέβαια βήματα, εκεί στον ποταμό Σακουλέβα, στην περιοχή της επισκοπίας του Καντιώτη, του σταθερού αυτού πιστού και αγωνιστή πατριώτη, να πλησιάσει ή μάλλον να καταφύγει στην απομόνωση, σε έναν κατακερματισμένο κόσμο, που θεό έχει τις υλικές απολαύσεις, την εκμετάλλευση, τον πόλεμο, την αβεβαιότητα και το θάνατο. Ο π. Αυγουστίνος αντίθετα ζει με τη σιγουριά της θεολογίας του, την βιωματική πίστη στην απολυτότητα του αποκαλυμμένου Λόγου. Ίσως δεν μπόρεσε να δει την ομιχλώδη ψυχή του καλλιτέχνη, του μεταγνωσιακού ποιητή Αγγελόπουλου. Ξαφνιάσθηκε πάντως και βιάστηκε να «προφυλάξει» το ποίμνιό του από τους εχθρούς που εισπήδησαν στη μητροπολιτική του περιφέρεια. Aρχισε να κηρύττει, να διαφωτίζει, προφητικά να ελέγχει τον «αμφιβόλου» εθνικοφροσύνης Σκηνοθέτη. Κατέφυγε τέλος στο έσχατο νομοκανονικό μέσο του Αφορισμού. Και σε αυτή την περίπτωση του εκκλησιαστικού Αφορισμού του επισκόπου Αυγουστίνου ισχύει βέβαια μια σκοπιμότητα, ας την ονομάσω όμως παιδαγωγική σκοπιμότητα και να την αφήσω πίσω στην ιστορία των πανανθρώπινων αντιθέσεων.


2. «ΜΙΚΡΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΟΥ ΟΔΕΠ  (1987)

Ποια σκοπιμότητα υπηρετούσε ο λεγόμενος «Μικρός Αφορισμός» που εξέδωκε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος το έτος 1987; Σύμφωνα με το Ν. 1700 που δημοσιεύτηκε στις 6 Μαίου 1987, με θέμα ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας ξεκίνησε η προσπάθεια αξιοποίησης της περιουσίας του Ο.Δ.Ε.Π. Με βάση το Νόμο, με ομόφωνη απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργικού Συμβουλίου, ορίσθηκε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο του Ο.Δ.Ε.Π., με Πρόεδρο τον κ. Γιώργο Ανωμερίτη, τότε Διοικητή της Κτηματικής Τράπεζας αλλά με πλούσια   παρουσία στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τη ΧΑΝ και γνώστη των θεμάτων της εκκλησίας, και τακτικά μέλη τον πατέρα Γεώργιο Πυρουνάκη, κ. Κ. Σοφούλη, κ. Κ. Γεωργουτσάκο, κ. Φ. Παναγιωτόπουλο και τους κοσμήτορες της Θεολογικής Β. Τσάκωνα και Ν. Ζαχαρόπουλο. Στόχος η χρηστή διαχείριση της περιουσίας του ΟΔΕΠ προς όφελος της εθνικής οικονομίας και της εκκλησίας. Το νέο Δ.Σ. του ΟΔΕΠ ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 21.7.87. Με την εγκαθίδρυση του νέου Δ.Σ. ξέσπασε η μεγάλη κρίση. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και Εκκλησίας της Ελλάδος προχώρησε σε σειρά αντικρατικών ενεργειών, κορύφωση των οποίων ήταν στις 18/19 Αυγούστου 1987, η έκδοση Κανονικού Επιτιμίου (μικρού αφορισμού) κατά του Προέδρου του Ο.Δ.Ε.Π. Γιώργου Ανωμερίτη και των 6 μελών του νέου Δ.Σ.  Έντονες υπήρξαν τότε οι αντιδράσεις Τύπου και Πολιτών στο Μεσαιωνικό θεσμό του Αφορισμού. Μεταξύ αυτών και η προσφυγή του Γ. Ανωμερίτη στο Συμβούλιο Επικρατείας, με στόχο την αποτροπή δυαρχίας στην Πολιτεία και προσβολής των δικαιωμάτων των πολιτών. Κάτω από την κατακραυγή ακόμα και Ιεραρχών, η Ιερά Σύνοδος αναγκάστηκε στην ΙΗ' Συνεδρίασή της την 1-3-1988, να προχωρήσει σε άρση του Επιτιμίου του Αφορισμού, που σε στιγμές φανατισμού είχε επιβάλει.

3. Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΩΝ Ν. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η Μείζων και Υπερτελής εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος το 1993 συνήλθε σε δυο φάσεις: (Ιούλιο η πρώτη, και Δεκέμβριο η δεύτερη). Ονομάσθηκε «Μείζων» Σύνοδος γιατί είχε σύνθεση ευρύτερη της συνήθους Ιεραρχίας του Θρόνου με τη συμμετοχή των Ελληνικών Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών Κύπρου και Αθηνών. Ονομάσθηκε και «Υπερτελής» με την έννοια ότι στη διάρκεια σύγκλησής της λαμβάνονται αποφάσεις για την εξεύρεση λύσης στα μεγάλα προβλήματα που ανακύπτουν στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας. Λειτουργεί δηλ. ως ανώτατο δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην πρώτη λοιπόν φάση το ζήτημα ήταν η «εισπήδηση» και η προκλητικότητα δύο ιεραρχών του κλίματος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Πρόκειται για  τους Μητροπολίτες Τιμόθεο ως Μητροπολίτη τότε Λύδης και το σημερινό Μητροπολίτη Καπιτωλιάδος   Ησύχιο, οι οποίοι τιμωρήθηκαν με καθαίρεση από τον επισκοπικό τους βαθμό και την υπαγωγή τους στην τάξη των μοναχών.  Σε αυτή τη φάση έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός Χαλκιανάκης ως ειδικός εκκλησιολόγος και καθ’ ύλην αρμόδιος. Έτσι, αντιμετωπίσθηκε επιτυχώς η ακόρεστη επεκτατική δραστηριότητα του Πατριάρχη Διοδώρου, που ‘εισπήδησε’ προκλητικότατα στην Αυστραλία, η οποία ανήκει στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Στη δεύτερη φάση  (Δεκέμβριος) μετείχαν πάλι οι ίδιες Ελληνόφωνες Εκκλησίες (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Κύπρου και Ελλάδος) όμως με πολύ μικρότερο αριθμό αντιπροσώπων. Τώρα επρόκειτο να ‘αποκατασταθούν’ εσπευσμένα οι τιμωρηθέντες κατά την προηγούμενη φάση Ιεροσολυμίτες ‘εισβολείς’ (ιδίως οι Επίσκοποι Ησύχιος και Τιμόθεος), οι οποίοι γονυπετείς ζήτησαν συγγνώμη και επιείκεια. Ο Αυστραλίας Στυλιανός ήταν απών από τη Σύνοδο αυτή, γιατί στάθηκε ενάντιος στην αδικαιολόγητη σπουδή για αποκατάσταση των καθαιρεθέντων επισκόπων.
Κατ’ αυτήν ακριβώς τη φάση ζήτησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ από τους Συνέδρους Ιεράρχες να αφορισθεί ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος, πρώτ’ απ’ όλα για όσα  έκτροπα οργάνωσε   στο Κεφαλάρι που έφτασε μάλιστα μέχρι ξυλοδαρμού  Κληρικών και λαϊκών εν ώρα Θ. Λειτουργίας. Αυτά είναι τα πραγματικά περιστατικά του Αφορισμού του Θεολόγου και Φιλολόγου κ. Ν. Σωτηροπούλου από την Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Επ’ αυτών παρατηρούνται τα εξής: 1ον. Ο συνάδελφος Νίκος Σωτηρόπουλος άραγε διέπραξε ένα τόσο μεγάλο εκκλησιαστικό παράπτωμα ώστε να αναχθεί  το ζήτημα αυτό σε έγκλημα αιχμής με καταδίκη από ένα τόσο σοβαρό Εκκλησιαστικό Δικαστήριο; Ο αείμνηστος Σεραφείμ δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τις διατάξεις 4 και 6 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος περί Αφορισμού; Τι τον εμπόδιζε; Μήπως πίστευε ότι τα 2/3 του συνόλου των Ιεραρχών δεν θα καταδίκαζαν τον κ. Σωτηρόπουλο; Αντιγράφω απλά το άρθο 6 του νόμου 590/77 “Επί ζητημάτων όμως θεμελιώδους κατά την κρίσιν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας σημασίας και σπουδαιότητος διά την Εκκλησίαν , ως της επιβολής ποινής αφορισμού και της ασκήσεως κατ' εκκλησιαστικήν οικονομίαν συγκαταβάσεως και επιεικείας της Εκκλησίας, αι αποφάσεις λαμβάνονται διά πλειοψηφίας των 2/3 τουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών της Ιεραρχίας”. 2ον Γιατί οι κανονολόγοι κ.κ. καθηγητές που πλαισίωναν τη Σύνοδο δεν δέχτηκαν την πρόταση του Παναγιωτάτου Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου περί κλήσεως εις απολογίαν του κατηγορουμένου Σωτηρόπουλου και απεφάνθησαν ότι τα καταμαρτυρηθέντα παραπτώματα ήταν αυταπόδεικτα; Μήπως όλα είχαν ετοιμαστεί από το παρασκήνιο των Αθηνών, προκειμένου να πλήξουν όλους εκείνους που υποστήριζαν τότε με σθένος και παρρησία τον Μητροπολίτη Αττικής κ. Νικόδημον; 3ον Ήταν τόσο δύσκολο να κληθεί ο κ. Σωτηρόπουλος στη Σύνοδο προκειμένου   να δώσει λόγο γιατί “συνέχιζε να έχει κοινωνία με καθαιρεθέντες κληρικούς”, όπως τον κατηγορούσαν οι εν Αυστραλία; Ο κ. Σωτηρόπουλος μπορεί μεν να κατατρύχεται από έμμονες ιδέες και δονκιχωτικά σύνδρομα, δεν παύει όμως να έχει πολιτισμό και ευλάβεια προς τα εκκλησιαστικά θέσμια. Ποιος θα μπορούσε να με διαψεύσει ότι ο διαπρεπής Θεολόγος Σωτηρόπουλος σαν τον αείμνηστο Π. Τρεμπέλαν δεν θα ζητούσε συγγνώμη ενώπιον των Ιεραρχών που συγκρότησαν τη Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδον για τα λάθη ή τις υπερβολές που ενδεχομένως επέδειξε στην ιεροκηρυκτική του διαδρομή; Κανείς, πλην του δικαιοκρίτη Θεού, δεν μπορεί ούτε πρέπει να αποφαίνεται ότι ο δείνα είναι άξιος αφορισμού με κριτήριο ύποπτες σκοπιμότητες. Γι’αυτό όλοι οι πολιτισμένοι λαοί, και ο λαός του Θεού, η Εκκλησία, έχουν θεσμοθετήσει τη δημόσια ακρόαση και την απολογία σύμφωνα με την αρχαιοελληνική δικανική αρχή: «Μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον (=λόγο, απολογία) ακούσης» και την αντίστοιχη του ρωμαϊκού δικαίου «audiatur et altera pars».