ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙ-ΘΕΣΕΙΣ

 

Εν όψει της συνάντησης ρωμαιοκαθολικών και ορθοδόξων στη Ραβέννα
ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙ-ΘΕΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΑΚ.ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος

Στις 29 Ιουνίου 2007 δόθηκε στη δημοσιότητα μια «Οδηγία» του Βατικανού, με την οποία υπό μορφή Ερωταποκρίσεων επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Αυτή η σαφής δήλωση του Καρδιναλίου William Levada, Προέδρου της Συνοδικής Επιτροπής για τη διδασκαλία περί την Πίστιν (Prefetto della Congregazione per la dottrina della fede) που απηχεί ανάλογη διακήρυξη του τότε Καρδιναλίου Γιόζεφ Ράτσινκερ και σήμερα Πάπα Βενεδίκτου 16ου το 2000, έγινε προφανώς γιατί η συζήτηση και η πρακτική της σχετικοποίησης της Εκκλησίας μεταξύ των Καθολικών και των άλλων χριστιανών είχε πάρει σοβαρές διαστάσεις ιδιαίτερα στην Νότια Αμερική. Είναι αλήθεια ότι ο Πάπας Βενέδικτος τείνει να επαναφέρει τον Ρωμαιοκαθολικισμό στην προ της Συνόδου του Βατικανού Β’ περίοδο, σημειολογικά τουλάχιστον, πράγμα που δυσχεραίνει τους οικουμενιστές θεολόγους στις συζητήσεις τους για την Ένωση του χριστιανικού κόσμου, εν όψει μάλιστα της Συνάντησης Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών στη Ραβέννα, τον προσεχή Οκτώβριο.  Η «Οδηγία» περιλαμβάνει πέντε ερωτήσεις και ισάριθμες απαντήσεις. Οι δύο ερωτήσεις αφορούν κυρίως τον Προτεσταντικό κόσμο. Στο σημερινό μας άρθρο θα περιοριστούμε στις τρεις άλλες ερωτήσεις που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους ανά την Οικουμένη Ορθοδόξους. Η γραμμή που ακολουθούμε είναι η εξής: πρώτα καταγράφεται το Ερώτημα, ακολουθεί η απάντηση που δίνει ο Καρδινάλιος W. Levada και έπειτα στο ίδιο ερώτημα η απάντηση που δίδει ο Ορθόδοξος Θεολόγος κ. Αντώνης Ιακ. Ελευθεριάδης. Τη διαφορά μεταξύ των δύο θεολογικών θέσεων εύκολα θα διαπιστώσει ο αναγνώστης.

Πρώτο Ερώτημα Πώς πρέπει να νοηθεί η  διακήρυξη, κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» (subsistit)  στην Καθολική Εκκλησία ;

Η απάντηση που προκύπτει από τη Ρωμαιοκαθολική  «ΟΔΗΓΙΑ»: Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη  Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν...Ο πάπας της Ρώμης δεν είναι απλώς ο κορυφαίος επίσκοπος της Ρωμαϊκής εκκλησίας, ο Πατριάρχης της Δύσης, αλλά ο αρχηγός της οικουμενικής εκκλησίας. Το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία αν δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον Ρωμαίο Ποντίφηκα, διάδοχο του Πέτρου ο οποίος διατηρεί ακέραια την ισχύ του πρωτείου του επί πάντων είτε ποιμένων είτε πιστών. «Υφίσταται»  σημαίνει ότι  όλα τα στοιχεία που καθόρισε  ο Κύριος για την Εκκλησία Του διατηρούνται μέσα στην Καθολική Εκκλησία σε μια αιώνια ιστορική διάρκεια. Κατά την Kαθολική  διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και  εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία,  χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές,  αντίθετα η έκφραση  «υφίσταται»  (subsistit) μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στην Καθολική Εκκλησία, γιατί αναφέρεται ακριβώς στο γνώρισμα της ενότητας που ομολογούμε στα σύμβολα της πίστεως (Πιστεύω εις μιαν..). Και αυτή η  «μια» Εκκλησία υφίσταται στην Καθολική Εκκλησία.

Αντίστοιχη  απάντηση που δίδει ο ορθόδοξος θεολόγος Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Είναι η μόνη  Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. «Πιστεύω εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν ...» Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία πνευματική του Θεού με τα λογικά πλάσματά του «είναι» (est) η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, που  διοικείται  σύμφωνα με το αρχαίο αποστολικό συνοδικό σύστημα, και της οποίας ορατή  ανώτατη  εξουσία και αυθεντία είναι η Οικουμενική Σύνοδος, ενώ τηρούνται τα «πρεσβεία τιμής» μεταξύ των Πατριαρχών και Αρχηγών των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Αν δεχθούμε πως ο επίσκοπος Ρώμης είναι διάδοχος του Πέτρου, και έχει γι’ αυτό πρωτείο και το αλάθητο που εκπηγάζει από τη διαδοχή του Πέτρου, τι θα πούμε π.χ. για πάπες αιρετικούς, όπως ο πάπας Ονώριος Α’ (625-638) που καταδικάστηκε από την ΣΤ’ οικουμενική Σύνοδο στην Ανατολή και επικυρώθηκε η κατάκριση αυτή στη Δύση από τον πάπα Λέοντα Β’ ; «Είναι» (est)   σημαίνει ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται «κατ’ άκραν ακρίβειαν» με την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί αυτή και μόνον αυτή διατήρησε αναλλοίωτα ανά τους αιώνες μέχρι σήμερα  όλα τα στοιχεία που καθόρισε  ο Κύριος για την Εκκλησία Του. Μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει σωτηρία. Ενώ «extra ecclesiam nulla salus»(=έξω από την εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία), «extra ecclesiam nullus salvatur» (=έξω από την εκκλησίας κανένας δε σώζεται), κατά τη διατύπωση του αγίου Κυπριανού και του Ωριγένη αντίστοιχα. Η ενότητα της Εκκλησίας («Εις μίαν…») διασφαλίζεται, όταν όλοι είμαστε ένα, όταν «δειχθώμεν μίαν πίστιν έχοντες». Η εσωτερική αυτή ενότητα της Εκκλησίας εκδηλώνεται και εξωτερικά ως ενότητα στην πίστη, στη λατρεία και στη διοίκηση, με την έννοια της δογματικής ενότητας, της λειτουργικής και διοικητικής ενότητας, χωρίς να παραβλάπτεται, όπως μας δίδασκε ο δογματολόγος Ι. Καρμίρης, η ενότητα αυτή ούτε από την  αποχώρηση από την Εκκλησία λόγω αιρέσεως ή σχίσματος διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων ούτε από τις μικρές λειτουργικές διαφορές ούτε από εξωτερικές μορφές διοίκησης.  Κατά την Ορθόδοξη  διδασκαλία, απορρίπτεται μεν η προτεσταντική «θεωρία των κλάδων» (branch theory), αλλά  είναι αποδεκτή η ύπαρξη στοιχείων αληθείας και αγιότητας (elementa veritatis atque sanctitatis) στις αποσχισμένες από την Ορθοδοξία ετερόδοξες  Εκκλησίες και  εκκλησιαστικές  Κοινότητες. Με βάση αυτές τις παραδοχές, οι Ορθόδοξοι στις σχέσεις τους με τους ετεροδόξους δεν εφαρμόζουν πάντοτε την ακρίβεια αλλά συμπεριφορά που στη θεολογική γλώσσα καλείται Οικονομία.   Συμπερασματικά, η έκφραση  «είναι» (est) αποδίδεται δογματικά και  αποκλειστικά και μόνο στην Ανατολική Ορθόδοξη  Εκκλησία, γιατί αναφέρεται ακριβώς στο γνώρισμα της ενότητας που ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεως (“Πιστεύω εις μιαν…”). Και αυτή η  «Μία» Εκκλησία είναι χωρίς καμία επιφύλαξη η Ανατολική Ορθόδοξη (Σπουδαίες μελέτες γύρω από την Οικονομία στην Εκκλησία είναι οι εργασίες του Αμίλκα Αλιβιζάτου, Η οικονομία κατά το Κανονικό Δίκαιο της ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1949 και Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα της Εκκλησιαστικής Οικονομίας, Αθήναι, 1957).

Δεύτερο Ερώτημα: Γιατί χρησιμοποιείται η έκφραση  «η Εκκλησία του Χριστού υφίσταται μέσα στην Καθολική Εκκλησία» και όχι απλά  η έκφραση  «είναι η Καθολική Εκκλησία» ;

Η απάντηση που  προκύπτει από τη Ρωμαιοκαθολική  «ΟΔΗΓΙΑ»: Η χρήση  της έκφρασης «υφίσταται μέσα στην Καθολική Εκκλησία» (subsistit in Ecclesia Catholica), που δεικνύει την  πλήρη ταύτιση της  Εκκλησίας του Χριστού με την  Καθολική Εκκλησία, δεν αλλάζει τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Όμως η χρήση αυτής της έκφρασης βρίσκει την πραγματική της αιτιολογία στο γεγονός ότι εκφράζει σαφέστερα ότι έξω από τις ορατές δομές της Καθολικής Εκκλησίας, συναντώνται πολλά στοιχεία αγιότητας και αλήθειας, τα οποία  χάρη στη δωρεά του Θεού ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού και ωθούν προς την Kαθολική ενότητα.  Γι’ αυτό οι ίδιες αυτές χωρισμένες Εκκλησίες και Κοινότητες, αν και πιστεύουμε ότι έχουν ελλείψεις, δεν στερούνται καθόλου σημασίας και βαρύτητας. Πράγματι, το Πνεύμα του Χριστού δεν αρνείται να τις χρησιμοποιήσει ως όργανα σωτηρίας, των οποίων η αξία προέρχεται από την ίδια την πληρότητα της χάριτος και της αλήθειας, που το ¶γιο Πνεύμα έχει εμπιστευθεί  στην Καθολική Εκκλησία.

Η αντίστοιχη  απάντηση που δίδει ο ορθόδοξος θεολόγος: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν  κάνει χρήση της έκφρασης «η Εκκλησία του Χριστού υφίσταται μέσα στην Ορθόδοξη  Εκκλησία», αλλά, έχοντας την αυτοσυνειδησία ότι οντολογικά είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, ταυτίζει απόλυτα την Εκκλησία του Χριστού με την Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία. Οι εκτός της Ορθοδοξίας άλλες Εκκλησίες, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός, και χριστιανικές Κοινότητες έχουν σοβαρά μειονεκτήματα και ελλείψεις, τα δε στοιχεία αγιότητας και αλήθειας που κατέχουν έχουν αξία και βαρύτητα μόνον στο βαθμό και εφόσον ωθούν τους ετεροδόξους, με τη χάρη του Θεού, να προσεγγίσουν και να ασπασθούν την Ορθοδοξία.

Τρίτο  Ερώτημα: Γιατί η Β’ Βατικανή Σύνοδος αποδίδει το όνομα «Εκκλησίες» στις Ανατολικές Εκκλησίες (Ορθόδοξες) που είναι χωρισμένες από την πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία ;

Η απάντηση που  προκύπτει από τη Ρωμαιοκαθολική  «ΟΔΗΓΙΑ»: «... Οι Εκκλησίες αυτές, αν και χωρισμένες,  έχουν  πραγματικά Μυστήρια και κυρίως,  χάρη στην Αποστολική διαδοχή, την Ιεροσύνη και την Ευχαριστία,  διά μέσου των οποίων παραμένουν ακόμη ενωμένες μαζί μας με στενότατους δεσμούς, δικαιούνται να λέγονται ‘ επί μέρους τοπικές Εκκλησίες’ και  αποκαλούνται Αδελφές Εκκλησίες με τις επί μέρους τοπικές Καθολικές Εκκλησίες. Στις επί μέρους αυτές (Ορθόδοξες)  Εκκλησίες με την τέλεση της Ευχαριστίας του Κυρίου, η Εκκλησία του Θεού οικοδομείται και αυξάνει. Όμως, επειδή η κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, της οποίας ορατός Αρχηγός είναι ο Επίσκοπος Ρώμης και Διάδοχος του Πέτρου, δεν είναι ένα κάποιο εξωτερικό συμπλήρωμα στην τοπική Εκκλησία, αλλά μια από τις εσωτερικές συστατικές αρχές, η κατάσταση της τοπικής Εκκλησίας, της οποίας χαίρουν οι σεβάσμιες αυτές Κοινότητες,  παρουσιάζει ένα μειονέκτημα (έλλειμμα).

Αντίστοιχη  απάντηση που δίδει ο ορθόδοξος θεολόγος Όπως γνωρίζουμε, η Ρωμαιοκαθολική  Εκκλησία είναι αποσχισμένη από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία λόγω των δογματικών παρεκκλίσεων από την αρχαία κοινή παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας κυρίως με την εισαγωγή στο Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως του filioque, και με την ανακήρυξη σε δόγμα πίστεως της αντίληψης περί του παγκοσμίου πρωτείου του επισκόπου Ρώμης και του «αλαθήτου» του Πάπα.  Στην ίδια όμως εκκλησία τής αποδίδεται,  λόγω ακριβώς του σοβαρού αυτού ελλείμματος, από την Ορθόδοξη Εκκλησία «κατ’άκραν οικονομίαν»  και καταχρηστικώς το όνομα «Εκκλησία».  Με αυτές τις προϋποθέσεις και με αυτήν την φιλάνθρωπη και νηπτική αγάπη η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αρνείται τον αδελφικό διάλογο αλήθειας με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δεν σταματάει να δέεται υπέρ της των πάντων εν αληθεία και ορθοδοξία ενώσεως. [Να σημειώσω ότι για την κατανόηση αυτών των εκκλησιολογικών ζητημάτων από ορθοδόξου πλευράς αξιόλογο είναι το βιβλίο του  επισκόπου Κάλλιστου Ware με τον τίτλο:  Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ  (εκδόσεις Ακρίτας) ]