ΤΙ ΚΡΥΒΕΙ Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ;

 

Γράφει ο Αντώνης Ιακ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

«Η συμφιλίωση μεταξύ των χριστιανών είναι εφικτή, αλλά ο Πάπας δεν μπορεί να ηγείται επί πάντων». Αυτός ήταν ο τίτλος του προχθεσινού άρθρου της εφημερίδας La Republica, προαναγγέλλοντας το κείμενο στο οποίο συμφώνησαν οι αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών (πλήν της Εκκλησίας της Μόσχας, η οποία και αποχώρησε από την συνδιάσκεψη) και της αντιπροσωπείας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησία στη Ραβέννα της Ιταλίας. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας των Ορθοδόξων ήταν ο Μητροπολίτης Περγάμου και Ακαδημαϊκός Ιωάννης Ζηζιούλας και των Ρωμαιοκαθολικών ο Καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ.

Η συμφωνία για το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης που περιλαμβάνεται στο κοινό ανακοινωθέν της Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Καθολικών που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 15/11 στο Φανάρι και το Βατικανό χαρακτηρίζεται ως σαφής ένδειξη για την πρόοδο του θεολογικού διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το πρωτείο του επισκόπου της Ρώμης αναγνωρίζεται, σύμφωνα πάντοτε με τις πληροφορίες της ιταλικής εφημερίδας,  μέσα στο πλαίσιο της «συλλογικότητας» και της «συνοδικότητας» στη διοίκηση της Εκκλησίας.

Είναι αλήθεια ότι η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν αμφισβήτησε ποτέ τη θέση του επισκόπου της Ρώμης στο σύστημα της Πενταρχίας του Βυζαντινού κράτους, αλλά η εξήγηση που έδινε ο παπισμός μετά το σχίσμα επί Φωτίου και απροκάλυπτα μετά το 1054, ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν που έδινε η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Οι παπικοί θεωρούσαν το πρωτείο της Ρώμης ως πρωτείο εξουσίας και κοσμοπνευματική επιβολή απέναντι σε όλη την εκκλησία, με το αυθαίρετο και ψευδές επιχείρημα ότι ο Πάπας είναι ο νομιμοποιημένος αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη Γη (Vicarius Christi), ενώ η Ανατολή έβλεπε την Εκκλησία της Παλαιάς Ρώμης ως «προκαθημένη της αγάπης». Αυτές οι πρακτικές διαφορές δεν άλλαξαν ποτέ  ούτε στη Β’ Βατικανή Σύνοδο ούτε δυστυχώς και σήμερα. Αν συνέβη όμως αυτό το απίθανο γεγονός, ότι δηλαδή ο Πάπας παραιτείται από την εξουσιαστικότητά του πάνω σε όλες τις κατά τόπους εκκλησίες του Χριστού και υπάγεται στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στις οποίες μετέχει ως Πρώτος μεταξύ ίσων Επίσκοπος, θα πρόκειται σίγουρα περί εξαισίου  θαύματος ή, πράγμα που δεν θα ήθελε κανείς καλόπιστος ορθόδοξος να πιστέψει, ότι η Ορθοδοξία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα, τουλάχιστον στα σημεία, στη Ραβέννα, αποδεχόμενη το Πρωτείο της Εξουσίας του Ποντίφικα. Οι σκέψεις μου αυτές και η επιφυλακτικότητα που δοκιμάζω θεμελιώνονται στα εξής δύο πρόσφατα γεγονότα: Πρώτον, η παραδοχή του Βατικανού και η νομοκανονική απόφανση  του Προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας, Βενεδίκτου 16ου, είναι ότι ο όρος «Πατριάρχης της Δύσεως» που αναφερόταν στο νομικό σύστημα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας στο παραδοσιακό θέσμιο της Πενταρχίας καταργείται. Έτσι, οι λεγόμενοι Πατριαρχικοί Ναοί της Ρώμης, όπως, για παράδειγμα, η Santa Maria Maggiore παύουν πια να ονομάζονται Chiese cathedrali patriarchali και σήμερα ονομάζονται «Καθεδρικοί παπικοί ναοί» (Chiese cathedrali papali). Και δεύτερον,  νωπή είναι (29 Ιουνίου 2007)  η «Οδηγία» του Βατικανού, με την οποία  επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Όταν ρωτήθηκε τότε  ο Καρδινάλιος W. Levada  «Πώς πρέπει να νοηθεί η  διακήρυξη, κατά την οποία η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» (subsistit)  στην Καθολική Εκκλησία»; εκείνος, χωρίς περιστροφές, έδωσε την εξής απάντηση: «Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη  Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν...Ο πάπας της Ρώμης δεν είναι απλώς ο κορυφαίος επίσκοπος της Ρωμαϊκής εκκλησίας, ο Πατριάρχης της Δύσης, αλλά ο αρχηγός της οικουμενικής εκκλησίας. Το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία αν δεν βρίσκεται σε ενότητα με τον Ρωμαίο Ποντίφικα, διάδοχο του Πέτρου, ο οποίος διατηρεί ακέραια την ισχύ του πρωτείου του επί πάντων είτε ποιμένων είτε πιστών.  Κατά την Kαθολική  διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και  εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία,  χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές».  Επομένως, όλες αυτές οι πληροφορίες, αν είναι αληθείς, περί παραδοχής εκ μέρους των Ορθοδόξων του Πρωτείου του επισκόπου της Ρώμης, περί συλλογικότητας και συνοδικότητας στη διοίκηση της Οικουμενικής Εκκλησίας, είναι ιστορικά σωστές αλλά εξίσου ιστορικά ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν από τη παπική εκκλησία. Όπως δήλωσε ο Μητροπολίτης Αθανάσιος Χατζόπουλος, διαπιστευμένος στην ΕΕ και κύριος διαπραγματευτής στη συνδιάσκεψη της Ραβέννας, «τώρα είναι καιρός να συζητήσουμε τα προνόμια του Πρώτου μεταξύ ίσων Πατριάρχου, του Επισκόπου της Ρώμης στο σύστημα της Πενταρχίας, όπως ίσχυε στην ενωμένη εκκλησία». Τι θέλει να πει ο ορθόδοξος θεολόγος με τον όρο προνόμια είναι αδιευκρίνιστο. Να σημειώσουμε εδώ ότι και η Δευτέρα Σύνοδος του Βατικανού έχει αναγνωρίσει την αρχή της «Συλλογικότητας» και της «Συνοδικότητας» στη διοίκηση της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά η εφαρμογή της αρχής αυτής στην πράξη είναι ιδιαίτερα «δειλή», αναφέρουν ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι. Σχετικά, ο Καρδινάλιος Βάλτερ Κάσπερ, μιλώντας στο ραδιοσταθμό του Βατικανού εξήγησε ότι ο δρόμος που οδηγεί στην πλήρη ενότητα με τους ορθοδόξους είναι ακόμα μακρύς. Όπως θυμόμαστε, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αλλά και ο Πάπας Βενέδικτος 16ος  είχαν εναποθέσει μεγάλες ελπίδες στο διάλογο ορθοδόξων και καθολικών και είχαν συμφωνήσει, στη διάρκεια της επίσκεψης του Ποντίφικα στο Φανάρι, το Νοέμβριο του 2006 να ενθαρρύνουν το διάλογο που άρχισε και πάλι το 2006 μετά από εξαετή διακοπή.

Αραγε, άρθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν τον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών σε παταγώδη αποτυχία στην τελευταία συνάντηση της Μικτής Επιτροπής στη Βαλτιμόρη (9-19 Ιουλίου 2000); Η συνάντηση αυτή απέδειξε με τον πιο απογοητευτικό τρόπο πόσο οι Ορθόδοξοι είχαν πλανηθεί ως προς τις πραγματικές προθέσεις του Βατικανού. Ενώ μέχρι τότε ο διάλογος είχε κάνει επιτυχή πορεία και οι αντιπροσωπείες είχαν φτάσει σε βαθμό αξιόλογης προσέγγισης, η Ρωμαϊκή Κούρια υπαναχώρησε από τις καίριες θεολογικές θέσεις στις οποίες είχε επέλθει συμφωνία. Όλοι είχαν δεχθεί να απορρίψουν από κοινού την «Ουνία» ως μεθόδο, σε αντιδιαστολή προς τους από αυτήν προκύψαντες ουνίτες, με την ελπίδα ότι η εν λόγω επιβαλλόμενη διάκριση θα διευκόλυνε τη λύση του ακανθώδους αυτού προβλήματος. Όλες οι πλευρές στο διάλογο πίστεψαν ότι με την επαρκή διευκρίνιση των ιστορικών και άλλων συνθηκών, από τις οποίες προέκυψαν οι ουνιτικές εκκλησιαστικές κοινότητες θα ήταν σήμερα ευχερέστερο να αποφασίσουν αυτές αν θα ενσωματωθούν στις Μητέρες εκκλησίες από τις οποίες αποσπάσθηκαν στην Ανατολή ή θα παραμείνουν στην λατινική εκκλησία. Και ενώ όλα πήγαιναν κατ΄ευχήν, λίγο πριν από τη συνάντηση της Βαλτιμόρης, ο πάπας Ιωάννης –Παύλος ο Β’ κυνικότατα έγραψε στον Συμπρόεδρο Καρδινάλιο Edward Cassidy: «πρέπει να δηλωθεί στους ορθοδόξους ότι οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες για την Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και κάθε άλλη Εκκλησία που βρίσκεται σε κοινωνία προς τη Ρώμη». Η στυγνή αυτή δήλωση του Πάπα όπως ήταν φυσικό δεν άφηνε πια κανένα περιθώριο στους Ορθοδόξους για τη συνέχιση ενός διαλόγου, ο οποίος μετά από είκοσι περίπου χρόνια ταλαιπωρίας ήταν πια αναγκαίο να περιοριστεί σε ένα μοναδικό θέμα, την Ουνία και τον συναφή προσηλυτισμό. Τώρα, ύστερα από έξι χρόνια, τι άλλαξε μεταξύ των ορθοδόξων και καθολικών θεολόγων στη συνάντηση της Ραβέννας; Δεν έπρεπε να συνεχίσουν τον πράγματι θεολογικό διάλογο που είχε σταματήσει το 2000; Ήταν άραγε προμελετημένο σχέδιο να νομιμοποιηθεί η παρουσία Ουνιτών Επισκόπων στον μελλοντικό διάλογο; Όλα είναι πιθανά. Η παπική διπλωματία είναι γνωστή σε μας τους Ορθοδόξους από την εποχή τουλάχιστον της Συνόδου Φεράρας- Φλωρεντίας.