Τό πρόβλημα τοῦ Filioque

 

(καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ)
Διασαφήσεις καί διαπιστώσεις
Υπό Παναγιώτη Ι, Μπούμη
Ὁμότ. Καθηγητή Παν/μίου Ἀθηνῶν

Α΄

Πρό καιροῦ εἴχαμε προβεῖ σέ μία ἐκτενή γνωμοδότηση-μελέτη ἐπί τῆς «Διασαφήσεως» τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου τῆς Ρωμαιοκα-θολικῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία δημοσιεύσαμε στό περιοδικό «Ἐκκλη-σία» (ἔτ. ΠΗ΄ [2011], σελ. 775 ἑξ.) σέ ἕξι συνέχειες. Ἡ ἐν λόγῳ «Διασάφησις» ἀνατέθηκε στό Ποντιφικό Συμβούλιο ἀπό τόν Πάπα Ρώμης Ἰωάννη Παῦλο τόν Β΄ τό ἔτος 1995, γιά νά ἐρευνηθεῖ καί νά διασαφηνιστεῖ «ἡ περί τοῦ Filioque πατροπαράδοτος διδασκαλία ἡ περιεχομένη εἰς τήν λειτουργικήν διατύπωσιν τοῦ λατινικοῦ Πιστεύ-ω».
Στή δική μας ἔρευνα-γνωμοδότηση μεταφέραμε ἤ ἀναφέραμε καί τίς ἑξῆς βασικές διαπιστώσεις ἤ πορίσματα, τά ὁποῖα κρίνουμε χρήσιμο ἤ καί σκόπιμο νά παραθέσουμε καί κατωτέρω:

1) Ὅτι ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός στήν Ἐγκύκλιό του «Τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένοις Ὀρθο-δόξοις χριστιανοῖς» (1440-1) διακηρύσσει: «Καί ἡμεῖς μέν μετά τοῦ Δαμασκηνοῦ (PG 94,824) καί τῶν Πατέρων ἁπάντων, τήν διαφοράν γεννήσεως καί ἐκπορεύσεως ἀγνοεῖν ὁμολογοῦμεν», ὅτι δηλαδή με-ταξύ τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἀπό τόν Πατέρα καί τῆς ἐκπορεύσε-ως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν Πατέρα, δέν εἶναι γνωστή ἡ δι-αφορά, τήν ἀγνοοῦμε.
2) Ὅτι ὁ λατινικός ὅρος processio (procedere) εἶναι γενικότε-ρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἐκπόρευση (ἐκπορεύεσθαι, πηγάζειν). Τό processio σημαίνει καί τό ἐκπόρευση, ἀλλά σημαίνει καί τήν προέλευση γενι-κῶς καί τήν ἔξοδο καί τόν ἐρχομό κ.τ.τ.
Συγκεκριμένως μάλιστα ἡ «Διασάφησις» (σελ. 11) σημειώνει: «Ἐκ τῶν ὅρων τῶν ἐχόντων σχέσιν πρός οἱανδήποτε ἀρχήν, ὁ ὅρος processio εἶναι ὁ γενικώτερος. Τόν χρησιμοποιοῦμεν δι' οἱανδήποτε ἀρχήν· ἐπί παραδείγματι, λέγομεν ὅτι ἡ γραμμή προέρχεται ἀπό τό στίγμα τῆς τελείας (ἐμόν· δέν λέμε ὅμως ἐκπορεύεται), ὅτι ἡ ἀκτίς προέρχεται ἀπό τόν ἥλιον (ἐδῶ μποροῦμε τό ἐκπορεύεται), ὁ ποτα-μός ἀπό τήν πηγήν του (ἀπό τό βουνό ἐκπορεύεται, ἀπό τήν ἐξωτε-ρική πηγή προέρχεται), ὡς καί εἰς πλείστας ὅσας ἄλλας περιπτώ-σεις».
3) Ὅτι ἔτσι ἔχει γίνει ἕνα σημαντικό βῆμα διασαφηνίσεως, ἀλ-λά καί ἀλληλοκατανοήσεως. Ἡ ἀποδεκτέα ἤ καί ἀποδεκτή καί ἀπό τίς δύο πλευρές, Ἀνατολῆς καί Δύσεως, ἀλήθεια εἶναι: Ὅτι τό pro- cedere, ὅπως καί τό προϊέναι, σημαίνει γενικότερα τό προέρχεθαι καί διέρχεσθαι καί ἐξέρχεσθαι.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζουμε ὅτι ἀποκτᾶ ἰδιαίτε-ρη σημασία καί ἡ ἑξῆς ὁμολογία τῆς «Διασαφήσεως» (σελ. 10): «Ὅ-πως ἡ λατινική βίβλος (Vulgata καί αἱ προηγούμεναι μεταφράσεις) εἶχε μεταφράσει τό Ἰωάν. ιε΄, 26 (παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται) μέ "qui a Patre procedit", οἱ Λατῖνοι μετέφρασαν τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκ-πορευόμενον τοῦ Συμβόλου τῆς Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως μέ "ex Patre procedentem" (Mansi VII, 112B). Οὕτως, εἰς τόν λόγον τῆς αἰω-νίας ἀρχῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐξισοῦτο ἐσφαλμένως ἀλλ' ἀκουσί-ως ἡ περί ἐκπορεύσεως ἀνατολική θεολογία καί ἡ περί processio δυτική». Ἡ ἔκφραση ὅτι «ἐξισοῦτο ἐσφαλμένως ἀλλ' ἀκουσίως ἡ πε-ρί ἐκπορεύσεως ἀνατολική θεολογία καί ἡ (μέ τήν) περί processio δυτική» ἀναγνωρίζει καί δέχεται τήν ἐσφαλμένη ἐξίσωση ἀπό ἄ-γνοια τοῦ «ἐκπόρευσις» καί τοῦ (μέ τό) «processio».
4) Ὅτι δέν εἶναι παντελῶς ἀδικαιολόγητα καί τά ἀκόλουθα φαινόμενα, τά ὁποῖα ἀναφέρονται στήν ἴδια «Διασάφησιν» (σελ. 11-12): «Ὁμολογοῦντες τό Ἅγιον Πνεῦμα "ex Patre procedentem", οἱ Λα-τῖνοι δέν ἠδύναντο, λοιπόν, παρά νά ὑποθέσουν ἕνα σιωπηλῶς ὑπο-νοούμενον Filioque, τό ὁποῖον θά καθίστατο βραδύτερον κατηγορη-ματικῶς διατυπωμένον εἰς τήν λειτουργικήν των ἀπόδοσιν τοῦ συμ-βόλου». Καί θά λέγαμε ὅτι δικαιολογοῦνταν νά ὑποθέσουν αὐτό, ἐ-πειδή ἀκριβῶς τό procedere ἔχει καί τήν ἔννοια, ὅπως εἴδαμε, τοῦ προέρχεσθαι - διέρχεσθαι - ἐξέρχεσθαι, τήν ὁποία ὑπονοοῦσαν οἱ Δυτι-κοί.
5) Ὅτι καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέχονταν τό Filioque μέ τό προϊέναι (ἤ ἀντίστοιχο), ἐπειδή ἀκριβῶς τό προϊέναι-procedere εἶ-ναι γενικότερο, ἔχει εὐρύτερη ἔννοια ἀπό τό ἐκπορεύεσθαι. Ἔτσι ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέει: «Ὅτε τοίνυν τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐν ἡμῖν γενόμενον, συμμόρφους ἀποδεικνύει Θεοῦ, πρόεισι δέ καί ἐκ Πατρός καί Υἱοῦ» (Thesaurus, PG 75,585A). Μᾶς δηλώνει δηλαδή ὅ-τι προέρχεται καί ἀπό τόν Πατέρα καί ἀπό τόν Υἱό καί ἔρχεται σέ μᾶς. Ἐδῶ ὁ Κύριλλος δέν μιλάει περί τῆς ἀρχῆς καί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά περί τῆς σέ μᾶς ἀφίξεώς του («γενόμε-νον»), προερχόμενον ἐκ μέρους τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ.
Ἰδιαιτέρως πρέπει νά προσεχθεῖ καί νά τονιστεῖ ὅτι χρησιμο-ποιεῖται ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο τό γενικότερο ρῆμα «πρόεισι» καί ὄχι τό «ἐκπορεύεται», πού εἶναι εἰδικότερο καί κυριολεκτεῖται γιά τό προσωπικό ἰδίωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τ.ἔ. τήν ἐκπόρευσή Του ἀπό τόν Πατέρα.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει φαίνεται ὅτι δέν ἀντιτίθεται ὁ Κύριλλος στό Filioque, ὅταν συνοδεύεται μέ τό προϊέναι, τ.ἔ. μέ τή γενικότερη ἔννοια τῆς καί πρός ἐμᾶς ἐλεύσεως («ἐν ἡμῖν γενόμενον») καί ὄχι μέ τό ἐκπορεύεσθαι, τ.ἔ. μέ τήν ἰδιαίτερη προσωπική καί εἰδικότερη ἔννοια τῆς ἀπό τόν Πατέρα μόνο ἐκπορεύσεως καί ἀφετηρίας.
6) Ὅτι παρόμοια τακτική ἀκολουθεῖ καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Ἔτσι ἐν συνεχείᾳ ἐρχόμαστε σ' αὐτό πού γράφει ὁ Μέγας Ἀθανά-σιος καί μεταφέρει ἡ «Διασάφησις» (σελ. 13, ὑπ. 4) στήν Ἐπιστολή του πρός Σεραπίωνα, ΙΙΙ, 1, 33, PG 26,625: «Καί τό παράδοξον, ὥσπερ ὁ Υἱός λέγει, Τά ἐμά τοῦ Πατρός ἐστιν, οὕτως τοῦ Πατρός ἐστι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅπερ τοῦ Υἱοῦ εἴρηται. Αὐτός μέν γάρ ὁ Υἱός λέ-γει· "Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πα-τρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖ-νος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ"».
Καί πιό κάτω ὁ Μέγας Ἀθανάσιος προσθέτει χαρακτηριστι-κῶς: «Οὐκοῦν εἰ ὁ Υἱός διά τήν πρός τόν Πατέρα ἰδιότητα, καί διά τό εἶναι αὐτοῦ τῆς οὐσίας ἴδιον γέννημα, οὐκ ἔστι κτίσμα, ἀλλ' ὁμο-ούσιος τοῦ Πατρός · οὕτως οὐκ ἄν εἴη οὐδέ τό Πνεῦμα τό ἅγιον κτίσμα, ἀλλά καί ἀσεβής ὁ λέγων τοῦτο, διά τήν πρός τόν Υἱόν ἰδι-ότητα αὐτοῦ, καί ὅτι ἐξ αὐτοῦ δίδοται πᾶσι, καί ἅ ἔχει τοῦ Υἱοῦ ἐ-στίν» (PG 26,625C – 628A).
Μέ τήν ἔκφραση, λοιπόν, «ἐξ αὐτοῦ (τοῦ Υἱοῦ) δίδοται (τό Ἅ-γιον Πνεῦμα πᾶσι (ἀνθρώποις)» καθίσταται σαφές ὅτι μιλάει γιά «μετάδοση» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τή γενική καί ἐν χρόνῳ ἔν-νοια («πᾶσι ἀνθρώποις», ἐφ' ὅσον δηλαδή ὑπάρχουν ἄνθρωποι) καί ὄχι γιά τήν προαιώνιο καί πρό ἀκόμη τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώ-που ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο ἄλλωστε καί τονίζει μέ τό νά λέει πιό πάνω: «τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται».
Ἔτσι φαίνεται ὅτι οὔτε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀντιτίθεται στό Filioque, ὅταν συνοδεύεται μέ τό δίδοται ἤ μέ τό ἀντίστοιχο πρός αὐτό ρῆμα, προέρχεται (procedit), καί ὄχι μέ τό ἐκπορεύεται.
7) Ὅτι, ὅταν ἀπαγγέλλουν οἱ Δυτικοί τό Σύμβολο τῆς Πίστε-ως στά λατινικά, ὅταν δηλ. χρησιμοποιεῖται τό γενικότερο «προϊέ-ναι»-procedere, ἀντί τοῦ εἰδικοῦ ἐκπορεύεται, τότε, θά λέγαμε, ἀνα-γκάζονται νά προσθέτουν καί τό Filioque, ἐπειδή πράγματι τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται (-ἐξέρχεται πρός τούς ἀνθρώπους) καί ἀπό τόν Πατέρα καί ἀπό τόν Υἱό, σύμφωνα μέ ἐκεῖνα πού διαπιστώσαμε στό χωρίο Γαλ. 4,6 (στό Γ΄ Τμῆμα τῆς γνωμοδοτήσεως) καί ἀπό τίς γνῶμες τῶν Πατέρων (στό Δ΄), ἐνῶ ὅταν τό ἀπαγγέλλουν στά ἑλλη-νικά, τότε ὀρθῶς δέν θέτουν τό Filioque.
Πλήν ὅμως δέν μποροῦμε νά ἐπαναπαυόμαστε στήν ἀνεπιτυχή ἀντικατάσταση τοῦ ὅρου «ἐκπορευόμενον» μέ τό procedentem καί τή βεβιασμένη προσθήκη τοῦ Filioque στά λατινικά. Ὅπως ἐπίσης δέν μποροῦμε νά ἀποκλείσουμε καί τό ἐνδεχόμενο μιᾶς ὑποκρυπτό-μενης ἀναζητήσεως ὡς πρός τό θέμα τῆς διατυπώσεως καί ὁμολογί-ας τῆς προελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ (διά) τοῦ Υἱοῦ κατά τήν μετά Χριστόν ἐποχή.
8) Ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ πληρώματος, ὅπως καί ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διαφυλάσσουν καί συγκρατοῦν τήν ἀλήθεια: Ἐφ' ὅσον, ὅταν ἐκφωνεῖται τό Σύμβολο τῆς Πίστεως στά ἑλληνικά μέ τό «ἐκπορεύεται» περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπο-δίδεται ἐνσυνειδήτως στόν Πατέρα ἡ ἐκπόρευσις καί ὄχι καί στόν Υἱό, ἐνῶ, ὅταν ἐκφωνεῖται στά Λατινικά μέ τό procedere (= προϊέ-ναι), τότε τίθεται καί τό Filioque, γιατί, ὅπως εἴδαμε, προέρχεται καί ἀπό τόν Υἱό, τοῦτο σημαίνει ὅτι τό σύνολο τῆς Ἐκκλησίας δέν λα-θεύει. Ἤ ἀλλιῶς, ἀγρυπνεῖ καί ἀπαιτεῖ τήν ὀρθή διατύπωση τῆς ἀ-λήθειας.
9) Ὅτι ἡ ἀνάθεση ἐκ μέρους τοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου τοῦ Β΄ ἐνώπιον τοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου τοῦ Α΄ τό 1995 στό Ποντιφικό Συμβούλιο συντάξεως καί ἐκδόσεως αὐτῆς τῆς «Διασαφή-σεως» εἶναι γεγονός ἀνάλογο τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων, πού ἔλα-βε χώραν τό 1965, ἀπό τούς Προκαθημένους Ἀνατολικῆς καί Δυτι-κῆς Ἐκκλησίας, Ἀθηναγόρα τόν Α΄ καί Παῦλον τόν ΣΤ΄.
10) Ὅτι συνεπές καί ἐπάναγκες εἶναι νά δρομολογηθοῦν, νά γίνουν οἱ ἀπαραίτητες διεργασίες, διορθώσεις καί ἐπανορθώσεις, ἄν θέλουμε . . .

Β΄

Γράψαμε στό προηγούμενο ἄρθρο ὅτι πρέπει νά γίνουν οἱ ἀ-παραίτητες διορθώσεις, ἄν θέλουμε . . . Ἐν συνεχείᾳ ἐρχόμαστε στό ἑ-ξῆς ζήτημα: Ἄς ὑποθέσουμε, λοιπόν, ὅτι πραγματοποιοῦνται οἱ ἀπα-ραίτητες διορθώσεις π.χ. στήν Καινή Διαθήκη τῆς λατινικῆς μετα-φράσεως-ἐκδόσεως, ὅπως καί τῶν ἄλλων μεταφράσεων στίς διάφορες γλῶσσες. Ὡστόσο τίθεται σειρά δικαιολογημένων ἐρωτημάτων: Ἀρκεῖ αὐτό γιά μιά πλήρη συνεννόηση, προσέγγιση καί ἑνότητα τῶν χρι-στιανῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως; Τί θά γίνει μέ τό Σύμβολο τῆς Πί-στεως, τό ὁποῖο πρέπει νά εἶναι ἕνα ἑνωτικό στοιχεῖο; Θά ἀρκεῖ καί ἐκεῖ μία ἀντικατάσταση τοῦ procedentum μέ τό emanantum (πηγά-ζειν) μέ μία παράλληλη ἀπάλειψη τοῦ Filioque ἀπό τή λατινική ἔκ-δοση καί τίς ἀνάλογες ἀλλόγλωσσες ἐκδόσεις ἤ θά χρειάζεται καί κάτι ἄλλο;
Ἐξ ἄλλου θά ἱκανοποιεῖ καί θά ἐπαναπαύει μία διόρθωση τό πλήρωμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας – χωρίς νά ἀποκλείεται καί τμήμα-τος τῆς Ἀνατολικῆς; Δέν θά φέρει τοῦτο μία τουλάχιστον ἀναστά-τωση στό πλήρωμα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, στίς συνειδήσεις καί τίς συνήθειες τῶν πιστῶν της; Μήπως τό πλήρωμά της ἀπαιτήσει ἀπό μέρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας πειστικές ἐξηγήσεις γιά τήν ἀλ-λαγή τῆς μέχρι τοῦδε πολυχρόνιας θέσεως καί στάσεώς της καί τίς λειτουργικές συνήθειές της μέ κίνδυνο ἀπώλειας τῆς ἐμπιστοσύνης του πρός αὐτήν; Μήπως ἔχουμε ἐξεγέρσεις καί ἀποσκιρτήσεις ἀπό αὐτήν; Διαβλέπουμε δηλαδή καί πιθανές ἀδιεξόδους τῆς Ρωμαιοκα-θολικῆς ἡγεσίας, ἀλλά καί ἀπαραίτητες ἀναζητήσεις μιᾶς διεξόδου.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά δέν μποροῦμε ἐπίσης νά παραβλέψουμε καί προσπάθειες τῆς Ἀνατολικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας στή διαφώ-τιση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί τή διατήρησή του μέσα στούς κόλπους της. Αὐτό διαφαίνεται καί ἀπό τήν ἔκδοση διαφόρων ὁμολογιακῶν «Τόμων» ἤ ἐγκυκλίων, ὅπως καί ἀπό τή σύγκληση σχετικῶν Συνόδων. Μήν ἰσχυριστεῖ κάποιος ὅτι ἡ ἀφειδής παράθεση πατερικῶν γνωμῶν σ' αὐτές, ὅπως ἐπίσης καί ἡ μεγάλη ἔ-κταση τῶν Τόμων τῶν ἐν λόγῳ Συνόδων ἤ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐ-γκυκλίων δέν εἶναι μία ἐκδήλωση καί ἀπό τήν πλευρά της, ἔστω ἀ-συνειδήτως, ἀναζητήσεως ἤ ἐμπεδώσεως τοῦ ὀρθοῦ σχετικά καί μέ τήν ἐκπόρευση, τήν ἀποστολή καί τόν ἐρχομό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μήν ἀντιτείνει κανείς ὅτι δέν διαφαίνεται μιά ἔντονη ποιμαντική μέριμνα γιά τήν ὀρθή καί ἀκριβή καί πλήρη διατύπωση τῆς ἀλή-θειας καί τή διαφύλαξη τῶν χριστιανῶν ἀπό ἐσφαλμένες διαδόσεις καί παρεκκλίσεις καί ἀποχωρήσεις ἤ ἀπομακρύνσεις αὐτῶν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί διδασκαλία.
Δέν παραβλέπουμε, λοιπόν, καί τούς πιθανούς ἐνδοιασμούς ἤ καί τίς ἀδιεξόδους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διαβλέ-πουμε καί τή μέριμνα τῆς Ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας στήν προσφορά τῆς ἀλήθειας. Πάντως καί τά δύο μαρτυροῦν ὄχι μόνο μία ἀναζήτηση, ἀλλά καί μία προετοιμασία τοῦ ἐδάφους καί τοῦ κλίματος γιά μιά ἀκόμη καί συνοδική συνεργασία μεταξύ Ἀνατο-λῆς-Δύσεως σχετική μέ τήν ἐκπόρευση, προέλευση καί ἔλευση τοῦ Ἁ-γίου Πνεύματος.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων θά μποροῦσε, λοιπόν, ἡ Ρωμαι-οκαθολική Ἐκκλησία διά μέσου τοῦ Πάπα:
α) Νά ζητήσει καί ἀπό (τήν) ἀντίστοιχη συνοδική ἐπιτροπή τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού ζήτησε ἀπό τό Ποντιφικό Συμβούλιο.
β) Νά ζητήσει ἐν καιρῷ τή σύγκληση μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συ-νόδου πρός συζήτηση ἤ καί διατύπωση κειμένου, Ὅρου ἤ ἄρθρου, «γιά τήν κατά καί μετά τήν Πεντηκοστή ἔλευση δαψιλῶς τοῦ Ἁγί-ου Πνεύματος» στούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία, ἐφ' ὅσον ἄλ-λωστε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὑπάρχει ἔλλειψη περί αὐτοῦ, του-λάχιστον φαινομενικῶς.
γ) Ἴσως, ἐάν δέν εὐοδοῦται ἤ καθυστερεῖ νά πραγματοποιηθεῖ τό αἴτημα αὐτό, νά προτείνει στήν Ἀνατολή προηγουμένως τή σύγ-κληση π.χ. μιᾶς Πανορθόδοξης Συνόδου γιά τόν ἐπίσημο καθορισμό καί τήν ἀντιδιαστολή μεταξύ ἐκπορεύεσθαι καί προϊέναι-προέρχε-σθαι (procedere), καθώς καί τή σύνταξη ἑνός σχετικοῦ συντόμου-πε-ριεκτικοῦ κειμένου-ἄρθρου.
Ἔτσι θά ὑπάρχει καί δογματικό θέμα νά ἀσχοληθεῖ ἡ Πα-νορθόδοξη Σύνοδος, καθώς θά ἀποκτήσει καί βασικό νόημα συγ-κλήσεώς της. Ἴσως αὐτό σημαίνει ἤ περιμένει καί ἡ συνεχής ἀναβο-λή τῆς συγκλήσεως τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου, ἡ ὁποία τόσα χρό-νια (συ)ζητεῖται καί ἀκόμη δέν πραγματοποιεῖται.
Βεβαίως κοντά σ' αὐτήν τήν αἰτία τῆς συνεχοῦς ἀναβολῆς, καθ' ἡμᾶς, ὑποκρύπτεται καί τό δίλημμα ἐκεῖνο πού εἴχαμε γράψει ἄλλοτε στά περιοδικά «Ἐπίσκεψις» καί «Στῦλος Ὀρθοδοξίας». Ὅτι δηλ. ἡ μή πραγματοποίηση ὀφείλεται καί στό ἑξῆς δίλημμα: Ἄν ἡ Πανορθόδοξη Σύνοδος θεωρήσει ἑαυτήν Οἰκουμενική, τότε de facto θεωρεῖ τούς Ρωμαιοκαθολικούς ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἐάν θεωρήσει ἑαυ-τήν τοπική, τότε δέν μπορεῖ νά ἀπαιτήσει τό ἀλάθητο.
δ) Στή συνέχεια μπορεῖ νά ἀποδεχτεῖ καί ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία τίς σχετικές ἀποφάσεις ἤ προτάσεις τῆς Πανορθόδοξης Συνόδου, ὥστε νά καταστοῦν οἰκουμενικές, κοινό κτῆμα τῆς Ἀνατο-λῆς καί τῆς Δύσεως, καί βάση ἑνότητάς τους.
Σημείωση 1:
Περισσότερα ἐπ' αὐτῶν ἔχουμε περιλάβει καί περιγράψει σέ παλαιότερες μελέτες μας μέ ἀφορμή τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων Ρώ-μης-Κωνσταντινουπόλεως τό ἔτος 1965. Πρβλ. ἰδίως τή μελέτη μας Διά μίαν κανονικήν πορείαν ἑνότητος (βάσει τῶν θεμελιωδῶν ἀρ-χῶν τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας). Μελέτη Βιβλική-Κανονική, Ἀθῆναι 1992.
Σημείωση 2:
Πρό καιροῦ ἔφτασε στά χέρια μας ἡ χριστιανική ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος» (τῆς 2-3-2012), στήν πρώτη σελίδα τῆς ὁποίας μέ κεφαλαῖα μεγάλα γράμματα ἀναφέρεται τό ἑξῆς: «Βατικανόν: Ὅ-λαι αἱ ἐλπίδες διά τήν προώθησιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἰς τήν Πα-νορθόδοξον Σύνοδον». Στό σχετικό ἄρθρο, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἐν λόγῳ ἐφημερίδα, «ὁ ὑπεύθυνος διά τήν Ἑνότητα τῶν "Ἐκκλησιῶν" τοῦ Βατικανοῦ, Καρδινάλιος Κούρτ Κόχ» παραχώρησε συνέντευξη σέ Ὁλλανδική ἰστοσελίδα, ἡ ὁποία ἀναμεταδόθηκε καί ἀπό τά Ρωμαιο-καθολικά Νέα.net καί Rkniews.net. Σ' αὐτά τά ἐπικοινωνιακά μέσα «ὁμολογεῖ» ὁ καρδινάλιος Κόχ, ὅπως γράφει ἡ ἐφημερίδα, τά ἑξῆς: «Ἡ Διεθνής Μεικτή Ἐπιτροπή τῆς Καθολικῆς καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔφθασε σέ ἕνα πολύ δύσκολο σημεῖο. Τοῦτο εἶπε ὁ Ἑλβετός Καρδινάλιος Kurt Koch, πρόεδρος τοῦ Ποντιφικοῦ Συμβουλίου γιά τήν Προώθηση τῆς Ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν, σέ συνέντευξή του στό πρακτορεῖο εἰδήσεων SIR. Σύμφωνα μέ τόν καρδινάλιο, ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ τῶν δύο χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, μόνο μπορεῖ νά προωθηθεῖ ἄν λάβει χώρα μία Πανορθόδοξος Σύνοδος». Καί ἐπανέλαβε: «Ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή δέν ἔχει συμφωνήσει γιά ἕνα κοινό ἔγγραφο σχετικά μέ τό ρόλο τοῦ Πάπα στήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ πρόοδος στόν Οἰκουμενισμό θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν Πανορθόδοξο Σύνοδο, δήλωσε ὁ καρδινάλιος».

Γ΄

Τά προλεχθέντα, θά ἔλεγε κάποιος, εἶναι καλά καί ὡραῖα ὡς πρός τά διαδικαστικά, ἄν καί λίγο γενικά. Ὡστόσο τό φλέγον ἐρώ-τημα εἶναι, τί ἔχουμε νά προτείνουμε πιό συγκεκριμένα ὡς πρός τό θέμα τῆς οὐσίας, τοῦ περιεχομένου καί τοῦ ἀντικειμένου ἤ καί τοῦ σκοποῦ τῆς συνοδικῆς αὐτῆς διαδικασίας. Θά εἰσέλθει ἡ Σύνοδος στό θέμα ἤ καί δόγμα τῆς (προ)αιωνίου ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤ ὡσαύτως καί τῆς προελεύσεώς Του καί ἐλεύσεώς Του σέ μᾶς, ἤ ἐπί πλέον θά διατυπώσει καί θά ἐξαγγείλει καί κάποιο, ἔστω περιεκτικό-συμβολικό, κείμενο γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Ἐπ' αὐτοῦ θά εἴχαμε μετά φόβου Θεοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς πίστεως καί ἀγάπης νά προσθέσουμε καί νά ὑποβάλουμε εὐσεβάστως τίς ἑξῆς παρατηρήσεις-προτάσεις:
Ἄν θά μελετήσουμε τό παραδιδόμενο Σύμβολο τῆς Πίστεως προσεκτικά, συγκρίνοντες τά ἄρθρα του τά σχετικά μέ τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, θά λέγαμε:
1) Ὅτι ἡ ἔκφραση περί τοῦ Υἱοῦ «τόν ἐκ τοῦ Πατρός γεννη-θέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων» ἀντιστοιχεῖ μέ τήν ἔκφραση «τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον» περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
2) Στήν ἔκφραση ὅμως περί τοῦ Υἱοῦ «τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀν-θρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρα-νῶν καί σαρκωθέντα . . . » δέν ἔχουμε ἀντίστοιχη ἀναφορά –τουλάχι-στον ἐμφανῶς– περί τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ, στούς Ἀποστόλους καί τήν καθόλου Ἐκκλησία.
3) Ἴσως αὐτήν τήν ἀπουσία-ἔλλειψη, ἔστω ἀσυνειδήτως, θέλει νά καλύψει ἤ νά ὑποδείξει καί ἡ ἀνεπιτυχής προσθήκη τοῦ Filioque (= καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ) μαζί μέ τό procedentem (= προερχόμενον) στό λατινικό κείμενο. Μήπως ὑποσημαίνεται δηλαδή ὅτι ἡ ἔκφραση αὐτή περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέλει νά ἀντιστοιχήσει μέ τό «τόν δι' ἡ-μᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα», τό ὁποῖο λέγεται περί τοῦ Υἱοῦ;
4) Ἀλλ' ἐκτός αὐτοῦ καί μέ ἀφορμή αὐτό εἰδικότερα στό λα-τινικό κείμενο τοῦ Συμβόλου καθίσταται ἐμφανές τό ἑξῆς: Ἀπό τή μία πλευρά λέγεται ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται καί ἐκ τοῦ Υἱ-οῦ, γεγονός τό ὁποῖο πραγματοποιεῖται, ὅπως διαπιστώσαμε στό Γ΄ Μέρος («Ἐκκλησία», ἔτ. ΠΘ΄ [2012], σελ. 368-375), μετά τήν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, τ.ἔ. στή μετά Χριστόν περίοδο. Ἀπό τήν ἄλλη πάλι πλευρά ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιορίζεται («στα-ματᾶ» στό κείμενο) μόνο στό «λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν» καί δέν ἐπεκτείνεται καί στούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία. Οὔτε κἄν λέγεται τό λαλοῦν διά τῶν προφητῶν, ἀλλά τό λαλῆσαν (= qui locutus est per prophetas). Ἔτσι πράγματι περιορίζεται ἡ δραστηριό-τητά Του στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Καί ἔτσι παρουσιάζεται μία ἀ-νακολουθία, ἄν ὄχι ἀντίφαση. Ἀκόμη: Ἔτσι φαίνεται ὅτι ἀγνοεῖται καί ἡ μετάδοση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους καί (δι' αὐτῶν) σέ ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία γιά τή φανέρωση καί τή γνώση τῆς ἀλήθειας.
Ἀσφαλῶς θά μποροῦσε κάποιος νά ἀντιτείνει: Καί στά ἑλλη-νικά, ἐνῶ λέει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως σέ ἐνεστῶτα διαρκείας «ἐκ-πορευόμενον», ἀντιθέτως περί τῆς δράσεως αὐτοῦ σταματάει μέ τό «λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν». Σταματάει μέ τόν ἀόριστο, μέ χρόνο παρωχημένο, παρελθόντα. Λέει μόνον τί ἔκανε στό παρελθόν. Καί θά διερωτᾶτο κανείς: Γιατί δέν ἀναφέρεται στό Σύμβολο τί κάνει σήμε-ρα; Γιατί ἔχει παραλειφθεῖ, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πάντοτε ἐκπορευόμε-νον (ἐνεστώτας διαρκείας); Καί τό ἐρώτημα αὐτό δέν θέλει μιά ἀ-πάντηση; Βεβαίως · καί ὑπάρχει. Πλήν ὅμως αὐτό γίνεται ἀκόμη πιό προκλητικό-χτυπητό στό λατινικό κείμενο. Σ' αὐτό λέγεται ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχεται, ἀλλά δέν λέει, ἄν δρᾶ. Καί τό ἐρώτημα: Ἔρχεται, ἀλλά δέν δρᾶ, δέν ἐνεργεῖ τίποτε;
6) Ἐν πάσῃ περιπτώσει, γιά νά γίνουμε καί πιό σαφεῖς, ἐπα-ναλαμβάνουμε: Τό λατινικό κείμενο ἀπό τή μιά πλευρά λέει «προ-ερχόμενον» τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, σέ ἐνεστῶτα διαρκεί-ας, τ.ἔ. καί σήμερα καί τώρα, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά λέει «τό λαλῆσαν» (ἀόριστος), τ.ἔ. στό παρελθόν. Ἑπομένως ἔχουμε μία ἀνα-κολουθία, ἕνα ἐλάττωμα ἤ ἀτέλεια διατυπώσεως. Καί ἡ ἀτέλεια αὐτή ἐντυπωσιάζει, γιατί χρησιμοποιεῖται τό «προερχόμενον», τό ὁποῖο, ὅ-πως εἴδαμε, (περι)λαμβάνει καί τήν τωρινή πρός ἐμᾶς κατεύθυνση, ἐ-νῶ ἀντιθέτως τό «ἐκπορευόμενον», τό ὁποῖο εἶναι ἀντίστοιχο τοῦ «γεννώμενον», δέν προσδιορίζει χρόνο καί κατεύθυνση. Καί ἄρα· στήν περίπτωση τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ «ἐκπορευόμενον» ἔχουμε ἕνα μόνον εἰδικό προσδιορισμό, ἔστω μερικό, ἀλλά δέν ἔχουμε ἀνα-κολουθία-ἀντίφαση ἤ λογικό ἐλάττωμα-λάθος. Ἡ διατύπωση εἶναι ὀρθή καί σαφής.
7) Ἐφ' ὅσον οἱ Ρωμαιοκαθολικοί στό «Πιστεύω» τους χρησι-μοποιοῦν καί ὁμολογοῦν «τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν» μόνον καί δέν ἀναφέρουν «καί διά τῶν ἀποστόλων», ἔτσι γνωστοποιοῦν ὅτι τό Σύμβολό τους ἀναφέρεται μόνο στήν Παλαιά Διαθήκη, στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Ἀλλά τότε κυριολεκτεῖται, καί ἀναγκαστικῶς ἰ-σχύει, μόνο τό «ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρός», ἰσχύει ἀσφαλῶς ἡ ἀΐ-διος, ἡ προαιώνιος, ἐκπόρευση ἀπό τόν Πατέρα καί ὄχι καί ἡ μετά Χριστόν προέλευση καί ἀπό τόν Υἱό πρός ἐμᾶς, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέ τό προϊέναι. Διαφορετικά, ἐάν θέλουν νά ἀναφέρεται καί ἡ ἀπο-στολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μετά τό Χριστό στούς ἀποστό-λους, τότε μήπως πρέπει νά θελήσουν νά προστεθεῖ, ἔστω τώρα, ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς συμπλήρωμα ἕνα νέο σχετικό ἄρθρο;
Σημείωση: Στήν περίπτωση αὐτή θά δικαιολογεῖται μάλιστα καί θά συνδέεται ἄριστα καί μέ τό ἑπόμενο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου πού μιλάει γιά « . . . μίαν . . . ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν».
8) Γι' αὐτό μιλήσαμε παραπάνω γιά τήν κάλυψη μιᾶς «ἐλλεί-ψεως», ἡ ὁποία ἔγινε ὅμως μέ μία ἀνεπιτυχή μετάφραση τοῦ ἐκπο-ρευόμενον καί μέ μία βεβιασμένη προσθήκη τοῦ Filioque στό 8ο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου. Ἔτσι ἡ ἐνέργεια-πράξη-ἐπέμβαση αὐτή παρουσιάζει καί τό ἄρθρο αὐτό ὡς ἀτελές καί ἐσφαλμένο καί συγχρόνως ἐμποδίζει τήν κανονική συμπλήρωση τοῦ Συμβόλου (π.χ. μέ ἕνα νέο-ἔνατο ἄρθρο ἤ κάποιο extra ὅρο). Γι' αὐτούς τούς λόγους δικαίως οἱ Πατέρες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀπαγόρευσαν κάθε ἐπέμβαση καί παραχάραξη τοῦ κειμένου τῶν διαφόρων ὅρων καί κανόνων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτές παρασύρουν, παραπλανοῦν καί συγχρόνως παρακωλύουν τήν ἀπαραίτητη κατανόηση τῶν ἀληθειῶν, ἤ καί τῶν ἐλλείψεων, καθώς καί τήν κανονική-ὀρθή συμπλήρωση-προσθήκη ἀπό τήν Ἐκκλησία σ' ἐκεῖνα τά κείμενα, τά ὁποῖα ἔχει Αὐτή προηγουμένως ὁρίσει.
Συνεπῶς εἶναι ἀπαραίτητη μία πράξη ἐπανορθωτική ἤ καί συμπληρωματική. Ἐπί πλέον ἡ ἀνωτέρω προτεινόμενη διαδικασία, τ.ἔ. ἡ ἀνάθεση τῆς διακονίας τῆς ἀλήθειας στήν Ἀνατολή καί ἡ ἐν συνεχείᾳ συμφωνία καί ἀποδοχή ἐκ μέρους τοῦ Πάπα καί τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως θά εἶναι μία de facto πράξη ἑνωτική. Θά εἶναι μία πράξη ἐπανόδου στήν τάξη ἤ καί τακτική (στήν κατάσταση) τῆς Α΄ Περιόδου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς πρώτης χιλιετίας. Ἔτσι θά ἔχουμε καί τήν ἔναρξη τῆς Γ΄ Περιόδου τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας.

Παναγιώτης Ἰ. Μπούμης Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν