ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ: Ο ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΛΟΥΚΑΡΙΣ

 

Ο ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΛΟΥΚΑΡΙΣ (1572-1638), ο Κρητικός Οικουμενικός  Πατριάρχης.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΙΑΚ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ Δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος

e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο Κύριλλος Λούκαρις γεννήθηκε στο ΗράκλειοΚρήτης το 1572. Στην αρχή μαθήτευσε κοντά στο Μελέτιο Βλαστό, ύστερα πήγε στη Βενετία, όπου σπούδασε κοντά στο Μάξιμο Μαργούνιο, στο ελληνικό εκπαιδευτήριο (1584-1588). 17 ετών μπήκε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας στην Ιταλία (1589-1593). Έγινε κληρικός στην Αλεξάνδρεια το 1593 από τον συγγενή του Πατριάρχη Μελέτιο Πηγά, τον οποίο συνόδευσε στην επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β’ συγκληθείσα Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκε την ευκαιρία να γνωρίσει εκ του σύνεγγυς την κατάσταση που επικρατούσε στις Εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, Ρωσίας και των άλλων γειτονικών ορθοδόξων εκκλησιών, τις οποίες λυμαινόταν τότε η Ουνία. Τι είναι όμως η Ουνία, η οποία και στις μέρες μας εξακολουθεί να είναι το μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών και του Βατικανού, το οποίο βέβαια εξακολουθεί παντοιοτρόπως να εκτρέφει και να αναγνωρίζει, όπως αυτό φάνηκε  στον θεολογικό διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών  στην τελευταία συνάντηση της Μικτής Επιτροπής στη Βαλτιμόρη (9-19 Ιουλίου 2000); Η ουνιτική εκκλησία ταυτίζεται κατά πάντα με την Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, αλλά διατηρεί την εξωτερική εμφάνιση του ορθόδοξου κλήρου, τη γλώσσα της λατρείας, την οποία είχε πριν δεχθεί τον Καθολικισμό. Για πρώτη φορά ονομάσθηκαν ουνίτες (από την λατινική λέξη unus (=ένας)+ίτης) όσοι συμμετείχαν στην Σύνοδο της Βρέστης της Πολωνίας (Brzeese-Litewski) (1596) Ρώσοι και αργότερα και Έλληνες, Ρουμάνοι, Βούλγαροι, Χαλδαίοι, Κόπτες, Σύροι, Αρμένιοι κλπ.  υπό την αιγίδα του Πολωνού βασιλιά Σιγισμούνδου Γ’, ο οποίος και σκηνοθέτησε ένωση ορθοδόξων και λατίνων. Η δημιουργία της Ουνίας είχε σαν σκοπό τον προσηλυτισμό και εκλατινισμό των χριστιανών που δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Πάπα Ρώμης. Όσοι ενώνονταν με τη Ρώμη έπρεπε οπωσδήποτε να αναγνωρίσουν το Πρωτείο του πάπα και τις θεμελιώδεις διδασκαλίες του παπισμού, διατηρώντας τα ήθη και τα έθιμά τους και την ιδιαίτερη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούσαν στη λατρεία. Με αίτηση λοιπόν των ορθοδόξων της Ουκρανίας, της Ρουθηνίας και της υπολοίπου νοτιοδυτικής Ρωσίας στάλθηκαν για ενίσχυση και συμπαράσταση των ορθοδόξων πληθυσμών ο Αρχιμανδρίτης τότε  Κύριλλος Λούκαρις και ο Νικηφόρος Παράσχης, οι οποίοι μαζί με τους ορθοδόξους των περιοχών αυτών αγωνίσθηκαν ενάντια στην παπική προπαγάνδα και τον προσηλυτισμό των ορθοδόξων από τους ουνίτες. Να σημειωθεί εδώ ότι ο ηρωικός Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος συνελήφθη, φυλακίσθηκε και φονεύθηκε από τους φανατικούς λατίνους, ενώ ο Λούκαρις κατόρθωσε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, και από κει στη Μολδαβία, την Ουκρανία και την Πολωνία. Εδώ δούλεψε ιεραποστολικά και με παρρησία μέχρι το έτος 1601. Το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, Πατριάρχη Αλεξανδρείας Μελέτιου Πηγά, τον διαδέχτηκε σε ηλικία 30 ετών. Από τη θέση αυτή καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της Δυτικής Εκκλησίας. Προκαλεί την εχθρότητα του φιλοκαθολικού Οικουμενικού Πατριάρχη Νεόφυτου Β' και εκλέγεται αμέσως μετά τοποτηρητής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Επιβάλλεται όμως ως Πατριάρχης ο λατινόφρων Τιμόθεος Β' και ο Λούκαρις αποσύρεται στο Aγιο Όρος και από εκεί πηγαίνει στη Βλαχία. Δεν εγκαταλείπει όμως τους αγώνες του εναντίον των Καθολικών. Έτσι στο διάλογό του Ζηλωτής και Φιλαλήθης επιτίθεται εναντίον των Ιησουϊτών, που είχαν αναπτύξει έντονη προπαγάνδα σε βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις 4 Νοεμβρίου1620 εκλέχτηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, σε εποχή πολύ δύσκολη και κρίσιμη, δεδομένου ότι στην Ευρώπη μαινόταν ο τριακονταετής πόλεμος και ο παπισμός με χέρια και με δόντια προσπαθούσε να ανακτήσει ό,τι έχασε από τη Μεταρρύθμιση, στην δε Ανατολή η Ιησουιτική προπαγάνδα με κάθε τρόπο επιζητούσε να καθυποτάξει την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία κάτω από το σκήπτρο του Ποντίφικα. Γράφει κάπου χαρακτηριστικά ο Λούκαρις ότι οι Ιησουίτες «ποτέ δεν ελλείπουσιν ως την σήμερον να κάμνουσι κάθε λογής ενέδραν, με πολλά πανουργήματα να μας διώκουσι και να ζημιώνουσι και να κυριεύουσιν και να γυρεύουσι τον χαλασμόν μας και τον αφανισμόν του Πατριαρχείου μας και όλης της Εκκλησίας των Γραικών». Έκτοτε, οι πρεσβείες των καθολικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη τον πολέμησαν με λύσσα. Πέτυχαν μάλιστα  να τον κατεβάσουν από το θρόνο κατηγορώντας τον ως καλβινίζοντα, για τη φιλική του στάση προς τους διαμαρτυρόμενους και την έκδοση το 1631 της περίφημης Ομολογίας του, (βλ.  Ιω. Καρμίρης, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Β’ Αθήνα, 1953). Να πούμε εδώ παρενθετικά ότι η Λουκάρειος Ομολογία αμφισβητείται αν είναι γνήσιο έργο του Κυρίλλου Λούκαρη. Ισως είναι συγγραφή Ελβετών καλβινιστών θεολόγων, την οποία ο Πατριάρχης αναγκάσθηκε να υιοθετήσει, με ορισμένες τροποποιήσεις, για λόγους εθνικούς και προσωπικούς. Κάποιοι μελετητές μάλιστα υποστηρίζουν πως ο Λούκαρις κατέφυγε προς τους Διαμαρτυρόμενους μόνο και μόνο, για να τους έχει σύμμαχους εναντίον των Καθολικών, χωρίς να απομακρυνθεί από την Ορθόδοξη γραμμή. Χαρακτηριστικά είναι όσα ο ίδιος είχε πει στον πρεσβευτή της Γαλλίας ντε Μαρσεβίλ: «... στο ζήτημα των πεποιθήσεών μου δε θα υπακούσω ούτε στο βασιλιά της Γαλλίας ούτε σε κανέναν άλλο στον κόσμο αλλά θα ακολουθήσω αυστηρά τις υπαγορεύσεις της συνειδήσεώς μου». Αντίθετα άλλοι τον θεωρούν ως τον Πατριάρχη που προσπάθησε να μεταρρυθμίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν έπαψε όμως ούτε για μια στιγμή να είναι μέχρι τέλους ένας στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και ένας μεγάλος πατριώτης. Μετά την επανάκτηση του Πατριαρχικού Θρόνου, οι πάντοτε άσπονδοι εχθροί του Ιησουίτες και Ουνίτες, αυτή τη φορά, τον κατήγγειλαν στον Σουλτάνο με τη ψευδή κατηγορία ότι ετοιμάζει επανάσταση των Ελλήνων. Οι Τούρκοι τότε τον έκλεισαν σε κάποιο φρούριο του Βόσπορου όπου τον στραγγάλισαν στις 27 Ιουνίου1638. Το λείψανό του ρίχτηκε στη θάλασσα όπου το βρήκαν ψαράδες και το έθαψαν. Οι εχθροί του όμως ξέθαψαν το σώμα του και το ξανάριξαν στη θάλασσα, αλλά βρέθηκε και πάλι. Ο Λούκαρις υπήρξε κορυφαία μορφή του Ελληνισμού. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις πράξεις και τις ενέργειές του βλέπουμε ξεκάθαρα την τάση του Ελληνισμού να έρθει σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό και την Αναγέννηση. Φρόντισε για την παιδεία του Μητροφάνη Κριτόπουλου και μετέφερε το 1627 στην Κωνσταντινούπολη το τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να φωτιστεί το έθνος με ελληνικά έντυπα. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων. Να επισημειώσω πως η θυσία του μεγάλου Κρητικού Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη είναι και πρέπει να είναι φωτεινός οδοδείκτης στις σχέσεις μας με τους ετεροδόξους, στις διάφορες επαφές μας είτε στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών είτε στους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Ευτυχώς που σήμερα, ύστερα από 370 χρόνια από το μαρτυρικό θάνατο του Κυρίλλου Λούκαρη, από πλευράς καθολικών θεολόγων επίσημα έχει καταγγελθεί η Ουνία ως μέθοδος προσέγγισης των παπικών με τους ορθοδόξους.