ΠΕΡΙ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ & ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Η αριθμητική πλειονοψηφία των Ορθοδόξων του κόσμου (Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Γεωργία, Σερβία, το Άγιο Όρος, τα Ιεροσόλυμα και το όρος Σινά με τα πολυάριθμα εξαρτήματα σε διάφορες χώρες των τριών τελευταίων, συμπεριλαμβανομένου ενός συντηρητικού τμήματος Ορθοδόξων Πολωνών, Τσέχων, Σλοβάκων και των Βαλτικών Χωρών καθώς και πολλών κοινοτήτων της διασποράς) ακολουθεί ακόμα το παραδοσιακό ιουλιανό ημερολόγιο, το λεγόμενο «παλαιό» ημερολόγιο για τον εορτασμό των σταθερών (ακινήτων) εορτών, με καθυστέρηση δεκατριών ημερών περίπου σε σχέση προς το πολιτικό ημερολόγιο. Οι άλλες ορθόδοξες αυτοκέφαλες εκκλησίες, από το 1924 εισήγαγαν το γρηγοριανό ημερολόγιο (το ίδιο ημερολόγιο που ακολουθεί ο δυτικός χριστιανισμός) σε ό,τι αφορά στον κύκλο των εορτών με σταθερή ημερομηνία. Αντίθετα, με λίγες εξαιρέσεις που οφείλονται στην παρουσία μεγάλου αριθμού Ορθοδόξων σε δυτικές χώρες όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες εορτάζουν τονκύκλο του Πάσχα και των κινητών εορτών που συνδέονται με το Πάσχα, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε επί σειράν αιώνων την καθιέρωση του γρηγοριανού ημερολογίου, παρά τις επίμονες πιέσεις της Ρώμης. Και βεβαίως ορθώς έπραξε, γιατί ο κίνδυνος της προσηλυτιστικής προπαγάνδας ήταν βάσιμος και προφανής. Αργότερα, όταν αυτός ο κίνδυνος εξέλιπε, άρχισαν οι συζητήσεις μεταξύ των Ορθοδόξων για αντικατάσταση του ιουλιανού ημερολογίου με το γρηγοριανό ημερολόγιο. Ο Οιουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ζ' το 1895 πρώτος εξέφρασε πόθους και ευχές υπέρ καθιερώσεως ενός κοινού ημερολογίου που όλοι οι χριστιανικοί λαοί θα συνεόρταζαν το Πάσχα. Η Εκλησία της Ελλάδος συναίνεσε με την πρωτοβουλία του οικ. Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' να μελετηθεί το ημερολογιακό ζήτημα. Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Κυβέρνηση την 1η Μαρτίου 1923 καθιέρωσε το γρηγοριανό ημερολόγιο ως πολιτικό ημερολόγιο. Η Εκκλησία όμως παρέμεινε στο Ιουλιανό πάτριο ημερολόγιο. Αλλά στην πράξη, όταν άρχισε να εφαρμόζεται ένας τέτοιος διαχωρισμός, τα πράγματα έφτασαν σε αδιέξοδο. Η 25 Μαρτίου, ήταν Εθνική γιορτή. Το Έθνος θα γιόρταζε ξεχωριστά από την Εκκλησία που είχε την εορτή του Ευαγγελισμού, δεκατρείς μέρες νωρίτερα. Τελούσα λοιπόν η Εκκλησία της Ελλάδας κάτω από την πίεση των αναγκών ζήτησε από το Οικ. Πατριαρχείο να εγκρίνει τη μέση λύση της προσαρμογής του εορτολογίου προς το πολιτικό ημερολόγιο με πιστή τήρηση του παραδοσιακού ημερολογίου για το Πάσχα. Πράγματι, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ' με συνοδική απόφαση, την 23/2/1924, έκανε δεκτό το αίτημα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ύστερα από αυτό έγινε εορτολογικώς η εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου στην Ελλάδα, την 10η Μαρτίου1924 που υπολογίσθηκε ως 23η Μαρτίου 1924.

Οι λόγοι της αλλαγής του πατρίου ημερολογίου που προκάλεσε μια σειρά από πικρές διαιρέσεις και σχίσματα μεταξύ των ίδιων των ορθοδόξων είναι κυρίως τρεις: 1) Κατά πρώτον, το ιουλιανό εκκλησιαστικό ημερολόγιο και το Πασχάλιον που κατήρτησαν οι Πατέρες της Αλεξανδρινής Εκλησίας συνιστούν ένα πραγματικό επίτευγμα της εποχής εκείνης που εναρμόνιζε την επιστήμη της αστρονομίας και την πίστη. Ενώ το γρηγοριανό ημερολόγιο, καρπός μιας επιστημοφανούς προσέγγισης της ημερομηνίας της εαρινής ισημερίας πολύ λίγο πετυχαίνει στην πραγματικότητα να την πλησιάσει.

2) Εξάλλου, οι επιστημονικές «ατέλειες» που η γρηγοριανή μεταρρύθμηση επιζητούσε να περιορίσει ελέγχεται ότι με βάση τα σημερινά νέα δεδομένα της επιστήμης είναι αναγκαίο το ισχύον γρηγοριανό ημερολόγιονα να μεταρρυθμιστεί.

3) Τέλος, η υιοθέτηση του γρηγοριανού ημερολοίου έγινε αιτία αναρριθμήτων παραβιάσεων των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, πρώτου μάλιστα εξ αυτών εκείνου του κανόνα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου εν Νικαία (325) ο οποίος απαγόρευε τον εορτασμό του Πάσχα την ίδια μέρα με εκείνη του Πάσχα των Εβραίων.

Με την καθιέρωση του γρηγοριανού ημερολογίου το έτος 1582, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διέσπασε για πρώτη φορά την ενότητα εορτασμού του Πάσχα και των άλλων κινητών εορτών
Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, δεν πρέπει να παρασυρθούμε από εκείνους που κατηγορούν την πλειοψηφία των ορθοδόξων ότι είναι πολύ πίσω από τους άλλους ή ότι δεν έχουν πνεύμα αδελφικότητας, επειδή είχαν και εξακολουθούν να έχουν και να προασπίζονται στη ζωή της Εκκλησίας την ακεραιότητα της πίστης των Πατέρων.