Ο «Νεοζηλωτισμός» κτυπά την θύρα της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Του Αντώνη Ιακώβου Ελευθεριάδη*

Είναι η πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζουμε, όπου ένας Πρεσβύτερος, στην ιεραρχική τάξη του κλήρου, καταθέτει ενώπιον του σώματος της Ιεραρχίας της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος μηνυτήρια αναφορά ή έγκληση ή, για να επαναλάβω τον αδόκιμο εκκλησιαστικό όρο «Κατάγνωσιν (=καταδίκη) ετεροδιδασκαλιών», εναντίον του Προκαθημένου της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας και Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου για παράβαση συγκεκριμένων Ιερών Κανόνων, η συνέπεια των οποίων είναι καταδίκη σε καθαίρεση ή αφορισμό ή επιτίμιο ακοινωνησίας.

Πρόκειται περί του Σεβαστού μας Καθηγουμένου της παλαιφάτου Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, Αρχιμανδρίτου π. Χρυσοστόμου (Πήχου). Το κείμενο αυτό της «Καταγνώσεως» δημοσιεύθηκε και στον έντυπο και στον ηλεκτρονικό τύπο και προκάλεσε σε λίγους μεν αισθήματα ικανοποίησης και σε άλλους πολλούς μεγάλο σκανδαλισμό.

Με αυτές τις παραδοχές κρίνουμε αναγκαίο να διατυπώσουμε στο παρόν άρθρο ορισμένες κρίσεις και σχόλια επί της μηνυτήριας αυτής αναφοράς επαναλαμβάνοντας κι εμείς με τη σειρά μας, όπως ο συντάκτης της «Καταγνώσεως», πως η γραφίδα μας δεν κινείται από αντιπάθεια ή εμπάθεια ή θυμό σε βάρος του προσφιλούς και αγαπητού προσώπου του Συντάκτη της μηνύσεως.

Απλώς, ό, τι γράφουμε εδώ είναι καρπός από το δέντρο της αγάπης προς την Αλήθεια και το σεβασμό στην προσωπικότητα του Γέροντα π. Χρυσοστόμου.

Ιδού τι γράφει εν προκειμένω: «Διὰ τῆς παρούσης καταθέτω ἐνώπιόν σας, ἐνώπιον τοῦ σεπτοῦ Σώματος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸν σκανδαλισμὸν ἐμοῦ προσωπικῶς, τῆς συνοδείας μου, κληρικῶν, μοναχῶν καὶ πλήθους κόσμου, ὁ ὁποῖος κλυδωνίζεται ταρασσόμενος ὡς ὑπὸ κυμάτων πολλῶν λόγῳ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἑτεροδιδασκαλιῶν, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν κατὰ καιροὺς ὑπὸ τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου μὲ ἀποκορύφωμα τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον (ΑκΜΣ) τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης.»

ΣΧΟΛΙΟ 1ο

Κατ' αρχάς, προσέχοντας τη μορφή του κειμένου της «Καταγνώσεως» κρίνεται πως δεν ομοιάζει με «δικόγραφο», όπως θα αναμενόταν, αλλά ομοιάζει περισσότερο με ένα ρητορικό δοκίμιο με κηρυγματικές εξάρσεις. Κανένα δικόγραφο, για παράδειγμα, δεν χρησιμοποιεί ρητορικές ερωτήσεις είτε με καταφατική ή αρνητική προσδοκώμενη απάντηση είτε με έτοιμη την απάντηση. Είναι αρκετή η θετική αποτίμηση και περιγραφή της άδικης πράξης του εγκαλουμένου. Ιδού ένα δείγμα: «Αἱ θέσεις αὐταὶ τοῦ Παναγιωτάτου δὲν ἀποτελοῦν ἑτεροδιδασκαλία, καὶ αἱ παραβάσεις ἱεροκανονικὰ παραπτώματα; Ἀσφαλῶς».

ΣΧΟΛΙΟ 2ο

Ουδαμού ανευρίσκει κανείς παραπομπές σε συγκεκριμένους Ιερούς Κανόνες που εξ αντικειμένου παραβιάσθηκαν και η παραβίασή τους επιφέρει ad hoc την προβλεπομένη ποινή. Το να αραδιάζουμε Ιερούς Κανόνες που ομιλούν γενικώς περί παραβάσεως διατάξεων που αφορούν τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς δεν είναι ένδειξη σοβαρού καταγγελτικού λόγου. Από αυτήν την άποψη, το εν θέματι κείμενο κρίνεται, κατά υποκειμενική εκτίμηση, γενικόλογο και αόριστο. Πέραν τούτου, η χρήση των Ιερών Κανόνων καλό θα ήταν να γινόταν με περισσότερη φειδώ.

Μόλις προ ολίγων ημερών άκουσα από Πνευματικό της Θεσσαλονίκης ένα συγκλονιστικό περιστατικό συναφές με το θέμα των Ι. Κανόνων: δυο κατά σάρκα αδελφές με αδελφό Εσφιγμενίτη Ζηλωτή, ποτισμένες με το φοβισμό των ποινών που επιφέρει η παραβίαση των Ι. Κανόνων και πεπεισμένες ότι η Θεία Ευχαριστία των Νεοημερολογιτών-Οικουμενιστών είναι άκυρος, είναι δηλαδή (άπαγε της βλασφημίας!) σκέτο ψωμί και κρασί, πάντοτε με την επίκληση των αναφερομένων Ι. Κανόνων της «Καταγνώσεως», ήλθαν να επισκεφθούν τον π. Πορφύριο στο Μοναστήρι του, στο Μίλεσι Ωρωπού Αττικής. Μετέλαβαν στη θεία Λειτουργία αλλά δεν μπορούσαν να καταπιούν τη Θεία Μετάληψη. Η μία έλεγε στην άλλη το πάθημά της. Σε μια στιγμή βλέπει η μία στο στόμα της άλλης να κυλάει αίμα. Το ίδιο συνέβη και στην άλλη αδελφή. Ήταν θαύμα. Και τότε πίστεψαν πια πως ο ζηλωτής αδελφός είχε πέσει σε θανάσιμο αμάρτημα!

Οι Θείοι και Ιεροί Κανόνες «κανονίζουν», δηλαδή βάζουν σε τάξη και γεφυρώνουν τα ανθρώπινα πράγματα και τις ανακύπτουσες σε ορισμένο τόπο και χρόνο διαφορές και δεν θεσπίστηκαν, όπως έλεγε ο σοφός πατήρ Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, προκειμένου να γίνουν στα χέρια κακόβουλων «κανόνια» για να εξοντώνουν τους αντιπάλους τους!

ΣΧΟΛΙΟ 3ο

Ο Πανοσιολογιώτατος Συντάκτης καταγράφει με ωδίνη τους ανησυχητικούς κτύπους της καρδιάς του από τον σκανδαλισμό που του έχουν προκαλέσει τα λόγια και τα έργα του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Μιλάει με ειλικρίνεια. Χρησιμοποιεί τον όρο «σκανδαλισμός» που ασφαλώς είναι ένα από τα πιο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα που συνταράσσουν την ανθρώπινη πνευματική ισορροπία και υγεία. Ενθυμούμαστε τη βιβλική φράση «Ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι' ου το σκάνδαλον έρχεται» (Ματθ. 18:7).

Αλίμονο σ' εκείνον που γίνεται η αιτία ο άλλος να σκανδαλισθεί. Προφανώς, ο σκανδαλισμός δεν έχει μονοπολικό χαρακτήρα. Συχνά βρίσκεται σε επάλληλη διάσταση και μεταφέρεται ως αίτιο και αιτιατό από τον έναν στον άλλον. Ο Πατριάρχης π.χ. σκανδαλίζει τον π. Δείνα, ο π. Δείνα, επειδή σκανδαλίστηκε από τον Πατριάρχη, αντιστρέφει στο πρόσωπό του τον σκανδαλισμό κάποιου άλλου και πάει λέγοντας. Επομένως, η χρήση του όρου «σκανδαλισμός της συνειδήσεως» είναι αμφίσημος και εξόχως υποκειμενικός αλλά και λίαν επικίνδυνος ως χαρακτηρισμός. Και με υποκειμενικά κριτήρια και συνειδησιακά «πιστεύματα» δεν απονέμεται δικαία κρίση.

Πριν, όμως, κλείσω αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να προσθέσω ένα παράδειγμα που πρόσφατα διάβασα στον βίο του Αγίου Νικολάου του Πλανά. Εκεί φέρεται πως ο Άγιος προκάτοχος του Πανοσιολογιωτάτου στην ηγουμενία της Ι. Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, π. Φιλόθεος Ζερβάκος, παρατηρώντας την ανοχή που έδειχνε ο παπά-Νικόλας Πλανάς για έναν μέθυσο ψάλτη που είχε στην εκκλησία του Αγ. Ελισαίου σκανδαλίστηκε σφόδρα αμφισβητώντας την ιεροπρέπεια του μετέπειτα Αγίου Νικολάου Πλανά.

Πολύ αργότερα όμως κατάλαβε, όταν πια ωρίμασε αυτός πνευματικά, ότι έκανε λάθος και ζήτησε συγγνώμη από τον απλοϊκό παπά-Νικόλα. Ο σκανδαλισμός είναι ενίοτε προϊόν του εγωισμού μας και υπερεκτίμηση της δικής μας αυθεντίας ή, στην αγαθότερη περίπτωση, ένας εύσχημος τρόπος υπεκφυγής από την πραγματικότητα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

Α) Στο κείμενο της «Καταγνώσεως» αναφέρονται και κατατίθενται έξι κατηγορίες σε βάρος του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Η πρώτη περιλαμβάνει ένα γραπτό απόσπασμα από την επί διδακτορία Διατριβή του Αρχιμανδρίτη τότε, νυν δε Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου και οι υπόλοιπες είναι αποσπάσματα από διάφορες ομιλίες, δηλώσεις και συνεντεύξεις του επ' ευκαιρία διαφόρων εκδηλώσεων και τελετών, σε διεκκλησιαστικό και διεθνές επίπεδο. Και οι έξι όμως κατηγορίες συμποσούνται σε μία: ουσιαστικά και δικονομικά η «Κατάγνωση» κινείται πάνω στη γραμμή της παραβίασης υπό του Παναγιωτάτου των κανόνων περί συμπροσευχής μετά αιρετικών και αλλοθρήσκων.

Σχετικώς, αντιγράφουμε: « 1.α΄) Ὁ Παναγιώτατος, ἀπὸ τὰ χρόνια διευρύνσεως τῶν σπουδῶν του, εἰς τὴν διδακτορική του διατριβὴν μὲ τίτλον «Περὶ τὴν κωδικοποίησιν τῶν Ἱ. Κανόνων καὶ τῶν κανονικῶν διατάξεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» ἐκθέτει τὰς ἀπόψεις του διὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας ποὺ ῥυθμίζουν τὰς σχέσεις τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους διὰ τῶν ἑξῆς: «Δὲν δύναν­ται», γράφει, «νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ δι­α­τάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χρι­στιανῶν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους. Περισσοτέρα ἀγάπη πρέπει νὰ "ἀρ­δεύσῃ" πολλὰς κανονικὰς διατάξεις πρὸς "ζωογονίαν". Ἐπιβάλλεται τροποποίησις ὁ­ρισμένων διατάξεων ἐπὶ τὸ φιλανθρωπότερον καὶ ρεαλιστικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ζῇ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου».

Οἱ ἱ. Κανόνες, διὰ τοὺς ὁποίους γίνεται λόγος ἀνωτέρω, διὰ τῆς συνεχοῦς παραβάσεώς των ἔχουν καταργηθῆ ἐν τῇ πράξει. Ἡ ἑτεροδιδασκαλία ἔγινε πρᾶξις. Ἁπλῶς μὲ τὴν ΑκΜΣ ἔγινε προσπάθεια νὰ περιβληθῇ σιωπηλῶς μὲ συνοδικὸν κῦρος. Αἱ θέσεις αὐταὶ τοῦ Παναγιωτάτου δὲν ἀποτελοῦν ἑτεροδιδασκαλία, καὶ αἱ παραβάσεις ἱεροκανονικὰ παραπτώματα; Ἀσφαλῶς.

β΄) Εἰς τὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα οἱ ἱ. Κανόνες χαρακτηρίζονται ὡς μὴ ἔχοντες στοιχεῖα φιλανθρωπίας καὶ ρεαλισμοῦ. Ὅτι πάσχουν ἀπὸ ξηρασίαν, καὶ θὰ ἀναζωογονηθοῦν ἐὰν ποτισθοῦν μὲ νάματα ἀγάπης. Δηλαδή, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα παρήγαγε, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, καρποὺς (τοὺς ἱ. Κανόνας) ἐστερημένους ζωογόνου ἀγάπης; Ὅμως αἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων ξεκινοῦν μὲ τὸ «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν»· πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ ἐκφάνσεις αὐταὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ μὴ ἔχουν στοιχεῖα φιλανθρωπίας καὶ ρεαλισμοῦ, νὰ πάσχουν ἀπὸ ξηρασίαν καὶ νὰ ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν ζωογόνον ἀγάπην τοῦ οἰκουμενισμοῦ; Δὲν εἶναι αὐτὸ ἑτεροδιδασκαλία»;

Είναι έξω και πέρα από τα συμβατά όρια της δεοντολογίας να κρίνει κάποιος κάποιον συγγραφέα αποσπώντας μία ή δύο ή τρεις προτάσεις από το βιβλίο που έχει συγγράψει ο κρινόμενος και από εκεί να βγάζει συμπεράσματα. Ο Συγγραφέας της επιστημονικής διατριβής, Αρχιμανδρίτης τότε Βαρθολομαίος Χ. Αρχοντώνης, πριν από 47 χρόνια, σε κάποιο σημείο του πονήματός του, μεταξύ των άλλων προτάσεων που υποδεικνύει προκειμένου να επιτευχθεί οψέποτε η Κωδικοποίηση των 770 Ι. Κανόνων και των Κανονικών Διατάξεων, που περιλαμβάνονται στο corpus canonum εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία γράφει: «Δὲν δύναν­ται νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ δι­α­τάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χρι­στιανῶν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους.»

Στο επίμαχο αυτό απόσπασμα βλέπετε εσείς να γίνεται λόγος για κατάργηση συμπάντων των Ιερών Κανόνων; Απλώς, μιλάει ο σεβαστός ερευνητής με σεμνότητα και διάκριση, όπως αρμόζει σε επιστήμονα, και λέει ότι «ορισμένες διατάξεις» ιερών κανόνων πρέπει να τροποποιηθούν, όχι να καταργηθούν ή να καταστούν άκυρες. Δηλαδή, προτείνεται αυτό που λέμε σήμερα «επικαιροποίηση» των κανόνων και των διατάξεων, των κανόνων δικαίου, έτσι ώστε να γίνουν αποτελεσματικότερα εργαλεία για την ικανοποίηση των σημερινών αναγκών της Εκκλησίας.

Και επειδή σε μια επιστημονική εργασία απαιτείται η αιτιολόγηση κάθε πρότασης, ο επιστήμων συγγραφέας παραθέτει τα εξής: «Δὲν δύναται ἡ Ἐκ­κλησία νὰ ἔχῃ διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ναοὺς τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν μετ᾽ αὐ­τῶν συμπροσευχήν, καθ᾽ ἣν στιγμὴν αὕτη διὰ τῶν ἐκ­προσώπων αὐτῆς προσ­εύχεται ἀπὸ κοινοῦ μετ᾽ αὐτῶν διὰ τὴν τελικὴν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀ­γάπῃ, τῇ ἐλπίδι».

Β) Δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι υπάρχουν ορισμένες διατάξεις Ιερών Κανόνων, οι οποίες απαγορεύουν αυστηρώς τη «συμπροσευχή» με αιρετικούς και με σχισματικούς. Αυτές όμως οι διατάξεις την εποχή που θεσπίσθηκαν, στη βυζαντινή Ανατολή της πρώτης κυρίως χιλιετίας, είχαν αποφασιστική σημασία και ήταν αναγκαίες για τη διεκπεραίωση του έργου της Εκκλησίας.

Γιατί όμως απαγορεύονταν οι «συμπροσευχές» τότε με τους ετεροδόξους; Προέχει να πούμε κατά πρώτον τι είναι και τι σημαίνει «συμπροσευχή»:

Προσεύχεται ένας Ορθόδοξος μαζί με έναν μη Ορθόδοξο. Συμ-προσεύχεται. Ο καθένας με βάση την αυτοσυνειδησία του. Η συμπροσευχή δηλώνει τουλάχιστον προς τους έξω ότι ο ένας συμμετέχει στο συνειδησιακό πιστεύω του άλλου. Για τον ορθόδοξο αυτό είναι απαράδεκτο, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να ακολουθήσει έστω αθέλητα την αιρετική διδασκαλία του συμπροσευχομένου αιρετικού ή να δώσει στους ομοπίστους του την αίσθηση ότι η Ορθοδοξία δεν διαφέρει σε τίποτα από την Ετεροδοξία.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, είναι ξεκάθαρο, δεν αμφισβητεί αυτήν τη διδασκαλία, αλλά τι λέει; Ο Ορθόδοξος που είναι ο πλήρης κάτοχος και ταμειούχος της Αλήθειας στην Πίστη, κατ' επιταγή της λειτουργικής του αυτοσυνειδησίας, προσεύχεται στον Χριστό μια μέρα όλοι οι «διεστώτες» και απομακρυνθέντες από την Αγία Μάνδρα της Εκκλησίας άνθρωποι, να προσέλθουν στην αγία πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, να μάθουν την Αλήθεια, να ελευθερωθούν από την πλάνη, να μετανοήσουν και έπειτα όλοι μαζί να κοινωνήσουμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο της Ευχαριστίας. Προσευχόμαστε, άλλωστε, όλοι οι πιστοί στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μαζί με τον Ιησού στο Όρος των Ελαιών να είμαστε ενωμένοι στην πίστη, στην αγάπη και στην ελπίδα.

Γ) Όμως, Εκκλησία είναι ζωή, είναι βίωμα, είναι διαχρονική πράξη, είναι «ορθοπραξία». Η Εκκλησία δεν γεννήθηκε σε ορισμένο ιστορικό χρόνο, διέγραψε την καμπύλη της ανάπτυξης στο Βυζάντιο κι έπειτα έκλεισε τον κύκλο τ ης. Όχι, η Εκκλησία είναι πάντοτε ζωντανή, ελεύθερη από πολιτικές και οικονομικές εξαρτήσεις, είναι ένα διαρκές παρόν, σήμερα και στους αιώνες

Πώς, λοιπόν, θα ομολογήσουμε την πίστη μας ενώπιον των ανθρώπων;

Ασφαλώς, όχι δια του προσηλυτισμού των άλλων, όπως στον Μεσαίωνα επινόησε η Παπική Εκκλησία με την Γέφυρα της Ουνίας, αλλά διά του Διαλόγου, με την αρχαιοελληνική ερμηνεία του όρου, και με την επίκληση της Θείας Αρωγής, με προσευχή και νηστεία, με ταπείνωση. Ποιος ξέρει το σχέδιο του Θεού;

Είναι δε ανταύγεια του Αγίου Πνεύματος να αγωνιζόμαστε και να προσευχόμαστε όλοι, κλήρος και λαός, επίσκοποι και μοναχοί, άνδρες και γυναίκες και παιδιά ο Θεός να μας αξιώσει να χαρούμε την ημέρα της Ειρήνης των Εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως.

Δ) Έχουμε όμως το εξής δεδομένο: Όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αποφάσισαν εν Συνόδω και επισήμως, να αρχίσουν θεολογικό διάλογο μετά των ετεροδόξων, αιρετικών ή σχισματικών. Η Ορθοδοξία ακολουθούσε πάντοτε αυτήν την Παράδοση του διαλόγου. Πώς, όμως, είναι δυνατόν σε τέτοιους διαλόγους καλής πίστεως να εφαρμοσθούν οι διατάξεις εκείνες των Κανόνων, για παράδειγμα, του Τετάρτου Αιώνα που περιβλήθηκαν μάλιστα με κύρος από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (692) και απαγορεύουν ακόμα και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι, «γράμματα», δηλαδή κείμενα και επιστολές (και e-mail), να δίνει ο ένας στον άλλο χειραψία χαιρετισμού, να συντρώει και να επισκέπτεται ο ένας τον άλλο στο σπίτι του, να εισέρχεται στο ναό ή στον ευκτήριο οίκο του αιρετικού; Γράφει συγκεκριμένα η Διατριβή του π. Βαρθολομαίου: «Δὲν δύναται ἡ Ἐκ­κλησία νὰ ἔχῃ διατάξεις ἀπαγορευούσας τὴν εἴσοδον εἰς τοὺς ναοὺς τῶν ἑτεροδόξων καὶ τὴν μετ᾽ αὐ­τῶν συμπροσευχήν, καθ᾽ ἣν στιγμὴν αὕτη διὰ τῶν ἐκ­προσώπων αὐτῆς προσ­εύχεται ἀπὸ κοινοῦ μετ᾽ αὐτῶν διὰ τὴν τελικὴν ἕνωσιν ἐν τῇ πίστει, τῇ ἀ­γάπῃ, τῇ ἐλπίδι»

Ε) Επί πλέον, οι αυστηροί κανόνες περί Συμπροσευχής στην εποχή, κατά την οποία θεσπίσθηκαν, ήταν εξόχως αναγκαίοι, γιατί η Εκκλησία είχε τότε απέναντί Της τις αιρέσεις που απειλούσαν την αληθινή πίστη και δημιουργούσαν σύγχυση πλάνης στους πιστούς. Το κοινωνικό και το θρησκευτικό status ήταν τέτοιο ώστε, αν ο ένας πήγαινε στον ναό του άλλου, μη ορθοδόξου, βάσιμα πιστευόταν ότι βρίσκεται στα πρόθυρα να αλλαξοπιστήσει, να γίνει και αυτός αιρετικός. Το ίδιο και στις κοινωνικές σχέσεις. Μην ξεχνάμε δε ότι όπως εμείς σήμερα μιλάμε και φανατιζόμαστε για τα πολιτικά και τα αθλητικά πράγματα, κατά παρόμοιο τρόπο και ακόμα πιο φανατικά οι χριστιανοί τότε, στο Βυζάντιο, διαγκωνίζονταν ποιος είναι περισσότερο ή λιγότερο Ορθόδοξος.

ΣΤ) Στην αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των Δογματικών κανόνων που ονομάζονται «Όροι» και των Κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των πιστών και τους άλλους που βρίσκονται εκτός Εκκλησίας. Οι διατάξεις των Ιερών Κανόνων δεν είναι αμετάβλητες, αμετακίνητα θεμέλια της Χριστιανοσύνης, όπως οι δογματικοί Κανόνες, οι «όροι» των Οικουμενικών Συνόδων. Οι ιεροί κανόνες είναι τα ιστία και το πηδάλιο της «νοητής νηός», την τροπή και την κατεύθυνση και την ρύθμιση των οποίων ελέγχει και κατευθύνει το Άγιο Πνεύμα.

Και «τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ιωάννη 3:8), σε κάθε περίπτωση ανάγκης είναι παρόν, εμπνέει τους επισκόπους εν συνόδω, τροφοδοτεί με ζωντάνια την Εκκλησία. Λέγοντας «αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας» εννοούμε τη βεβαιότητα της Ιερής Παράδοσης που βρίσκεται στην εκκλησιαστική εμπειρία και ενσωματώνεται κυρίως στο Κανονικό δίκαιο. Η ίδια η Εκκλησία ποτέ δεν αποφάνθηκε εν Συνόδω ποιοι κανόνες είναι Δογματικοί και ποιοι απλές διατάξεις, με ισχύ νόμου, που μπορεί να τροποποιηθούν. Κάτι τέτοιο είναι αρμοδιότητα της Ορθοδόξου Οικουμενικής ή Τοπικής Συνόδου.

Παράδειγμα: Το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα του 1975 αναγνωρίζει, για πρώτη φορά, τους Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες των Ορθοδόξων Εκκλησιών (άρθρο 3 παρ.1). Συγκεκριμένα, μερικοί πίστεψαν πως η ελληνική πολιτεία εξισώνει τους δογματικούς λεγόμενους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων με τους Διοικητικούς. Αλλά ήρθε το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ως αυθεντικός ερμηνευτής του Συντάγματος να δώσει τέρμα στη διαμάχη μεταξύ των συνταγματολόγων γύρω από την εν λόγω συνταγματική διάταξη: πρόκειται για την υπ΄αριθμ. 2837/20153 του ΣτΕ. Ο αιτών είναι εγκαταβιών μόνιμα στην Ιερά Ανδρώα Κοινοβιακή και Επισκοπική Μονή ***του αγίου Όοους και αιτείται την ακύρωση της απόφασης*** της στρατολογικής Υπηρεσίας Δυτικής Ελλάδας. Στο σκεπτικό της απορριπτικής απόφασης του ΣτΕ διαβάζουμε τα εξής:

«Επειδή, κατά πρώτο λόγο προβάλλεται ότι οι Ιεροί Κανόνες, όπως ο έβδομος Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.), ο εξηκοστός έκτος Κανών των Αγίων Αποστόλων και ο όγδοος Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, απαγορεύουν την στράτευση των Μοναχών και, ως θεμελιώδεις δογματικοί κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπερισχύουν πάσης αντιθέτου νομοθετικής ρυθμίσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η υπό του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχύρωση, αναφερομένη στους Ιερούς Κανόνες και τις Παραδόσεις, αφορά μόνον στα δόγματα της Εκκλησίας και δεν επεκτείνεται σε Ιερούς Κανόνες και Παραδόσεις αφορώντες αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως θέματα, ως η στράτευση (πρβλ. ΣτΕ 3003/2014, ολομ.)»

Συμπερασματικά, κλείνω με τα πιο κάτω λόγια, που ακούγονται πολύ επίκαιρα, ενός μεγάλου Θεσσαλονικέα Κανονολόγου κληρικού του 14ου αιώνα, του Ματθαίου Βλάσταρη, σε ερμηνεία, από την «Προθεωρίαν του Συντάγματος κατά στοιχείον» (1335): «Η Εκκλησία εφόσον μεταβλήθηκαν εν πολλοίς οι ανάγκες των τέκνων της, όχι μόνο δύναται, αλλά και οφείλει να προσαρμόσει την νομοθεσία της προς τις νέες αυτές ανάγκες, από τη μια μεριά τροποποιούσα ή και καταργούσα τους εις αχρησίαν περιελθόντας αναφαρμόστους καταστάντας κανόνες, και από την άλλη προβαίνουσα στη θέσπιση νέων κατά τις ανάγκες των πιστών της».

Διερωτάται λοιπόν κάθε καλόπιστος αναγνώστης: τελικά, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, τι διαφορετικό έγραψε στην Διατριβή του, πριν μισό αιώνα; Ποια είναι η ετεροδιδασκαλία του;

*Ο Αντώνης Ιακώβου Ελευθε

/////////////////////////////////////////

https://www.pronews.gr/thriskeia/orthodoxia/602744_apantitiko-arthro-toy-igoymenoy-tis-im-loggovardas-arhimandritoy

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΗΧΟΣ ΑΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ
Σῶσέ μας, Κύριε, ἀπὸ τοὺς νεώτερους σωτῆρες!...
Ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὸ ἄρθρο τοῦ διδάκτορος Φιλολογίας καὶ θεολόγου κ. Ἀντωνίου Ἐλευθεριάδη (Ἐλ.) μὲ τίτλο «Ὁ "Νεοζηλωτισμὸς" κτυπᾶ τὴν θύρα τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Καὶ θὰ προσπαθήσω, ὅσο μπορῶ πιὸ σύντομα, νὰ ὑπογραμμίσω μερικὲς θέσεις του, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀκατανόητες.
Καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὴν παράθεσι τοῦ ἀποσπάσματος τοῦ ἀειμνήστου ἱερομονάχου Ματθαίου Βλάσταρη, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ἐλ. γράφει•
«Συμπερασματικά, κλείνω μὲ τὰ πιὸ κάτω λόγια, ποὺ ἀκούγονται πολὺ ἐπίκαιρα, ἑνὸς μεγάλου Θεσσαλονικέα Κανονολόγου, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 14ο αἰῶνα (σ.σ. ἕναν αἰῶνα περίπου πρὶν τὴν ἅλωσι τῆς Κων/λεως), τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη, σὲ ἑρμηνεία, ἀπὸ τὴν "Προθεωρίαν τοῦ Συντάγματος κατὰ στοιχεῖον" (1335): "Ἡ Ἐκκλησία, ἐφόσον μεταβλήθηκαν ἐν πολλοῖς οἱ ἀνάγκες τῶν τέκνων της, ὄχι μόνο δύναται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ προσαρμόσει τὴν νομοθεσία της πρὸς τὶς νέες αὐτὲς ἀνάγκες, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τροποποιοῦσα ἢ καὶ καταργοῦσα τοὺς εἰς ἀχρησίαν περιελθόντας ἀνεφαρμόστους καταστάντας κανόνες, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προβαίνουσα στὴν θέσπιση νέων κατὰ τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν της».
Κατὰ πρῶτον ἀνέτρεξα στὴν «Προθεωρίαν τοῦ Συντάγματος κατὰ στοιχεῖον» (1335), ὅπως αὐτὴ εἶναι δημοσιευμένη στὸ «Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων...» τῶν Γ. Α. Ράλλη καὶ Μ. Ποτλῆ, τόμ. 6ος, Ἀθῆναι 1859. Ἐπειδὴ ἡ παράθεσι τοῦ χωρίου εἶναι χωρὶς παραπομπή, διάβασα ὅλη τὴν «Προθεωρίαν», ἀλλὰ πουθενὰ δὲν βρῆκα κάτι σχετικὸ μὲ τὸ παρατιθέμενο χωρίο, οὔτε κατὰ λέξιν οὔτε καὶ κατὰ τὸ νόημα, ἀφοῦ ὁ κ. Ἐλ. δὲν τὸ παρέθεσε αὐτούσιο, οὔτε κἂν σὲ μετάφρασι, ἀλλὰ τὸ ἀπέδωσε ἑρμηνευμένο. Βρῆκα ἀντιθέτως χωρία τὰ ὁποῖα μιλοῦν γιὰ τὴν διαχρονικὴ ἀξία τῶν ἱ. Κανόνων καὶ λένε, ὅτι εἶναι ἰσόκυροι μὲ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι εἶναι προτιμότεροι τῶν νόμων τοῦ κοινοῦ νομοθέτου, ὅτι ἔχουν τὴν χρησιμότητα τοῦ φωτὸς γι᾽ αὐτοὺς ποὺ πορεύονται στὸ σκοτάδι, καὶ ὅτι οἱ περιφρονοῦντες ἢ παραβαίνοντες αὐτοὺς ἐπισύρουν ἐπάνω τους ἀρὰς καὶ ἀναθέματα.
Ἕως ὅτου ὅμως μάθουμε τὴν ἀκριβῆ παραπομπή, δὲν μᾶς ἐμποδίζει κάτι νὰ δεχθοῦμε, ἔστω καὶ προσωρινά, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ γνώμη ἀνήκει στὸ Ματθαῖο Βλάσταρη. Στὴν περίπτωσι αὐτὴ θὰ παρακαλοῦσα τοὺς ἀγαπητοὺς ἀναγνώστας τῆς ἱστοσελίδος νὰ προσέξουν μὲ πόσο σεβασμὸ ἐκφράζεται ὁ ἀείμνηστος κανονολόγος Ματθαῖος Βλάσταρης γιὰ τοὺς ἱ. Κανόνες. Ἂς διαβάσουν ἐν συνεχείᾳ πιὸ κάτω, στὸ παρὸν κείμενο, τί ἔγραψε ὁ Πατριάρχης μας γιὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες καὶ ἂς συγκρίνουν τὸ ὕφος τῶν λόγων του, ποὺ εἶναι καταχωρημένοι στὴν ἐπιστημονική του Διατριβή: «Δὲν δύνανται», γράφει, «νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους. Περισσοτέρα ἀγάπη πρέπει νὰ "ἀρδεύσῃ" πολλὰς κανονικὰς διατάξεις πρὸς "ζωογονίαν". Ἐπιβάλλεται τροποποίησις ὁρισμένων διατάξεων ἐπὶ τὸ φιλανθρωπότερον καὶ ρεαλιστικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ζῇ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου». Ἀφήνω λοιπὸν τὰ σχόλια στοὺς ὀξυδερκεῖς ἀναγνῶστες τῆς ἱστοσελίδος σας. (περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο περιοδικό «Χριστιανική ΣΠΙΘΑ» τεύχος Μαΐου-Ιουνίου, www.spitha.gr)

του ΑΝΤΩΝΗ ΙΑΚ.ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗ* ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ

Με έκπληξη πληροφορήθηκε πρόσφατα η κοινή γνώμη πως ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Χρυσόστομος Πήχος, ηγούμενος της ιστορικής Ι. Μονής Λογγοβάρδας Πάρου, κατέθεσε μέσω της προϊσταμένης του Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας στην Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος την 7-3-2017, μήνυση εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου για έξι αριθμημένες κατηγορίες «δήθεν» ετεροδιδασκαλιών, που διαπράχθηκαν από τον Παναγιώτατο στη διάρκεια της εικοσιπενταετούς πατριαρχίας του.
Επί του κειμένου αυτού της υποβληθείσης μήνυσης ασκήθηκε κριτική εκ μέρους του γράφοντος με άρθρο που έφερε τον τίτλο «Ο Νεοζηλωτισμός χτυπά τη θύρα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος» που αναρτήθηκε στη ιστοσελίδα Pronews.gr και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό PRONEWS του τεύχους Μαΐου.
Ο Πανοσιολογιώτατος ανταποκρίθηκε δημοσιεύοντας στο μηνιαίο περιοδικό «Χριστιανική Σπίθα» (τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2017) απαντητικό άρθρο με τον τίτλο «Σώσε μας Κύριε από τους νεώτερους σωτήρες!...».
Στο σημερινό άρθρο θα έχουμε τη δυνατότητα να ασχοληθούμε με τρία σημεία πάνω σε αυτήν την επίδικη πρωτοβουλία του Πανασιολογιωτάτου Καθηγουμένου Πατρός Χρυσοστόμου:
Σημείο Πρώτο
Ο τίτλος του μηνυτηρίου εγγράφου είναι «Κατάγνωσις ετεροδιδασκαλιών» οι οποίες κατά καιρούς διατυπώθηκαν από την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και αντίκεινται στην διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Δεν μπορώ όμως να σας αποκρύψω πως προκάλεσε αλγεινή εντύπωση σε μένα προσωπικά και πιστεύω και σε όλους τους συναδέλφους Φιλολόγους και Θεολόγους της Ελλάδος, που έτυχε να διαβάσουν την «Κατάγνωσιν» πόσο ατυχής και άστοχη και επικίνδυνη για τη γλωσσική μας αυτοσυνειδησία είναι να χρησιμοποιούμε αβασανίστως και επιπολαίως και απαιδεύτως την πιο ωραία γλώσσα της ανθρωπότητας, την ελληνική μας γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής λέξης «κατάγνωσις» με την έννοια της καταγγελίας, της μηνυτήριας αναφοράς προς μια Αρχή, είναι παντελώς εσφαλμένη. Η λ. «κατάγνωσις» παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρ. «καταγιγνώσκω». Το ρήμα αυτό ως δικανικός όρος συντάσσεται με αιτιατική προσώπου και γενική πράγματος που δηλώνει την αιτία (γενική της αιτίας). Μεταγενέστερα, το ρ. καταγιγνώσκω συντάσσεται και με γενική προσώπου, ενώ η αιτία της καταδίκης ευρίσκεται με εμπρόθετο προσδιορισμό: επί+δοτ... Στην νεοελληνική το ρήμα αυτό μεταφράζεται: «καταδικάζω κάποιον για τη διάπραξη κάποιου εγκλήματος, κάποιας άδικης πράξης». Το αφηρημένο ουσιαστικό «κατάγνωσις» σημαίνει : «καταδικαστική απόφαση». Το αντίθετο του ρ. «κατά-γιγνώσω» είναι το ρ. «από-γιγνώσκω» και σημαίνει «αθωώνω τον κατηγορούμενο, και «απόγνωσις» σημαίνει αθωωτική δικαστική απόφαση. Στον Κανόνα 15 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (861) διαβάζουμε « Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, ...» όπου με την έκφραση «αίρεσις κατεγνωσμένην» δηλώνεται η αίρεση που έχει τελεσίδικα καταδικαστεί από τις Συνόδους και τους αγίους Πατέρες. Λέγεται και «συνοδική κατάγνωσις», δηλαδή καταδικαστική απόφαση της Συνόδου.
Από πού έως πού λοιπόν εφευρέθηκε η λ. «κατάγνωσις» για να δηλωθεί η αίτηση προς μία Αρχή, εδώ σε Εκκλησιαστική Δικαστική Αρχή, προκειμένου να ερευνηθεί νομικώς και κανονικώς αν ευσταθούν ή όχι οι καταγγελλόμενες πράξεις; Η αντίστοιχη λέξη με τη δική μας μήνυση ή έγκληση είναι «διάγνωσις» ή «εξέτασις». Και η τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση λέγεται «τελεία κατάκρισις». Τους δικανικούς αυτούς όρους βρίσκουμε στον πιο κάτω Κανόνα: «η ἁγία σύνοδος... ὥρισε τοῦ λοιποῦ, ἵνα, εἴ τις πρεσβύτερος ἢ διάκονος, ὡς δῆθεν ἐπὶ ἐγκλήμασί τισι τοῦ οἰκείου κατεγνωκὼς ἐπισκόπου, πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως καὶ ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐπ' αὐτῷ τελείας κατακρίσεως ...τοῦτον ὑποκεῖσθαι καθαιρέσει καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀποστερεῖσθαι τιμῆς». (Κανών 13)
Ύστερα από όλες αυτές τις παρατηρήσεις, είναι απορίας άξιο πώς το εν λόγω έγγραφο παραλήφθηκε με αυτή τη μορφή από τη Γραμματεία της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας και ακολούθως από τη Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αν κάτι τέτοιο συνέβαινε στα ποινικά δικαστήρια, θα είχε διαφορετική τύχη.
Συμπερασματικά, θα ήταν δείγμα καλής θέλησης, αν, κατά τη γνώμη μου, ο υποβαλών την ανωτέρω έγκληση την απέσυρε και διορθωμένη κατά την επιγραφήν και το περιεχόμενο την επανακατέθετε ως πρέπει. «Λάθος συγγνωσκόμενον ουκ έστι λάθος»!
Σημείο Δεύτερο
Στο δεύτερο σημείο των παρατηρήσεών μου έχουμε να κάνουμε με κάτι κατά κυριολεξία τραγελαφικό. Και εξηγούμαι αμέσως: Στο τέλος του άρθρου μου στο PRONEWS προκειμένου να δείξω πως ο τότε νεαρός Αρχιμανδρίτης νυν δε Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην επιστημονική διατριβή του με θέμα την ανάγκη Κωδικοποίησης του Κανονικού Δικαίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν έγραφε απολύτως τίποτε απρεπές και δυσσεβές σε βάρος των Ιερών Κανόνων, όπως στην υπ. αριθμ. 1 κατηγορία της Καταγνώσεως ο κληρικός κατήγορος διατεινόταν, παρέθεσα ένα μικρό τμήμα από την γνωστή «Προθεωρίαν του Συντάγματος κατά στοιχείον» (1335) του μεγάλου Θεσσαλονικέα Κανονολόγου Ιερομονάχου Ματθαίου Βλάσταρη, σε ερμηνεία: «Η Εκκλησία εφόσον μεταβλήθηκαν εν πολλοίς οι ανάγκες των τέκνων της, όχι μόνο δύναται, αλλά και οφείλει να προσαρμόσει την νομοθεσία της προς τις νέες αυτές ανάγκες, από τη μια μεριά τροποποιούσα ή και καταργούσα τους εις αχρησίαν περιελθόντας ανεφαρμόστους καταστάντας κανόνες, και από την άλλη προβαίνουσα στη θέσπιση νέων κατά τις ανάγκες των πιστών της».

Ο π. Χρυσόστομος στο απαντητικό του κείμενο στη «Χριστιανική Σπίθα» επαναλαμβάνει επακριβώς τα πιο πάνω λόγια του Ματθαίου Βλάσταρη. Μέχρι εδώ κανένας ψόγος. Από το πουθενά, όμως, διαβάζουμε μια παρένθεση με σ.σ., δηλαδή σημείωση του συντάκτη του άρθρου της Σπίθας, με την οποία πληροφορεί στα καλά καθούμενα τους αναγνώστες του πως ο Ματθαίος Βλάσταρης που μιλάει έτσι, δηλαδή προτείνει τροποποίηση ή κατάργηση ορισμένων αναχρονιστικών διατάξεων του Κανονικού Δικαίου, έζησε έναν αιώνα πριν από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ο π. Χρυσόστομος είχε προφανή πρόθεση να συνδέσει την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως με τις αμαρτίες, την αποστασία των ποιμένων και του λαού από το Θείο Θέλημα μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο Ματθαίος Βλάσταρης με τις δήθεν απαράδεκτες θεωρίες του περί Ιερών Κανόνων. Έχουμε προφανώς και εδώ εφαρμογή της παροιμίας: «ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει». Σε μια καλόπιστη όμως κριτική παρόμοιες συλλογιστικές δεν έχουν καμιά απολύτως θέση.

Σημείο Τρίτο
Ο σεβαστός αρθρογράφος της «Χριστιανικής Σπίθας», στρέφοντας 180 μοίρες τη σκέψη του και αποδεχόμενος τώρα την αυθεντικότητα των λόγων του Μ. Βλάσταρη, προχωρεί σε έναν νέο σχολιασμό των διαπιστώσεων του Θεσσαλονικέα Κανονολόγου, αυτή τη φορά επισημαίνοντας τη «διαφορά ύφους» μεταξύ Βλάσταρη-Βαρθολομαίου. Φύγαμε έτσι από την κατηγορία της ετεροδοξίας του Πατριάρχη και πάμε τώρα να προβούμε σε αξιολόγηση του λεκτικού ύφους των δύο συγγραφέων. Γράφει, λοιπόν, ο π. Χρυσόστομος: «Στην περίπτωσι αυτή θα παρακαλούσα τους αγαπητούς αναγνώστας της ιστοσελίδος να προσέξουν με πόσο σεβασμό εκφράζεται ο αείμνηστος κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρης για τους ι. Κανόνες. Ας διαβάσουν εν συνεχεία πιο κάτω, στο παρόν κείμενο, τι έγραψε ο Πατριάρχης μας για τους ιερούς Κανόνες και ας συγκρίνουν το ύφος των λόγων του, που είναι καταχωρημένοι στην επιστημονική του Διατριβή: «Δεν δύνανται», γράφει, «να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των Ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Περισσοτέρα αγάπη πρέπει να "αρδεύση" πολλάς κανονικάς διατάξεις προς "ζωογονίαν". Επιβάλλεται τροποποίησις ορισμένων διατάξεων επί το φιλανθρωπότερον και ρεαλιστικότερον. Η Εκκλησία δεν δύναται και δεν πρέπει να ζη εκτός τόπου και χρόνου».
Και ο οξυδερκής αναγνώστης της «Σπίθας» παίρνει τα δύο κείμενα, του Βλάσταρη και του Βαρθολομαίου, και τα βάζει το ένα δίπλα στο άλλο.
Διαβάζει στον Βλάσταρη: «Η Εκκλησία, εφόσον μεταβλήθηκαν εν πολλοίς οι ανάγκες των τέκνων της, όχι μόνο δύναται αλλά και οφείλει να προσαρμόσει την νομοθεσία της προς τις νέες αυτές ανάγκες, από τη μια μεριά τροποποιούσα ή και καταργούσα τους εις αχρησίαν περιελθόντας ανεφαρμόστους καταστάντας κανόνες, και από την άλλη προβαίνουσα στην θέσπιση νέων κατά τις ανάγκες των πιστών της».
Διαβάζει τώρα στον Βαρθολομαίο: «Δεν δύνανται να εφαρμοσθούν σήμερον και πρέπει να τροποποιηθούν αι διατάξεις αι κανονίζουσαι τας σχέσεις των Ορθοδόξων Χριστιανών προς τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους. Περισσοτέρα αγάπη πρέπει να "αρδεύση" πολλάς κανονικάς διατάξεις προς "ζωογονίαν". Επιβάλλεται τροποποίησις ορισμένων διατάξεων επί το φιλανθρωπότερον και ρεαλιστικότερον. Η Εκκλησία δεν δύναται και δεν πρέπει να ζη εκτός τόπου και χρόνου».
Κάποιος που διαβάζει αυτά τα δυο κείμενα συγκλίνει εύκολα στο συμπέρασμα πως ο νεότερος χρονικά συγγραφέας έχει επηρεαστεί από τον παλαιότερο που στον χώρο του Κανονικού Δικαίου έχει μέχρι σήμερα διακεκριμένη θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία και θεωρείται αυθεντία. Τα συμπεράσματα πλέον ανήκουν στους αναγνώστες.
Πριν όμως κλείσομε θα ήταν λάθος και παράλειψη εκ μέρους μου αν δεν επαινούσα τον π. Χρυσόστομο που έγραψε: «Βρήκα (ενν. στον Βλάσταρη) χωρία τα οποία μιλούν για την διαχρονική αξία των ι. Κανόνων και λένε, ότι είναι ισόκυροι με το ιερό Ευαγγέλιο, ότι είναι προτιμότεροι των νόμων του κοινού νομοθέτου, ότι έχουν την χρησιμότητα του φωτός γ' αυτούς που πορεύονται στο σκοτάδι, και ότι οι περιφρονούντες ή παραβαίνοντες αυτούς επισύρουν επάνω τους αράς και αναθέματα.»
Ασφαλώς με αυτήν την κατηγορηματική διατύπωση ο κανονολόγος Βλάσταρης, όπως και όλοι οι άλλοι ορθόδοξοι κανονολόγοι, αναφέρονται στους δογματικούς ιερούς Κανόνες ή αλλιώς ονομαζόμενους «Όρους» της Πίστεως, που θεσπίστηκαν από τις επτά (7) Οικουμενικές Συνόδους και είναι ισόκυροι και ισοδύναμοι με το Ευαγγέλιο. Άλλωστε, η αγία Γραφή, έξω και μακριά από την Εκκλησία, είναι μια απλή συλλογή κειμένων κι όχι ο Λόγος του Θεού.
Κάθε προτεινόμενη τροποποίηση ή κατάργηση ιερών Κανόνων αναφέρεται μόνο στις ιστορικοτοπικές ανάγκες μιας τοπικής ή της οικουμενικής Εκκλησίας.
Να μην ξεχνάμε όμως, κι έτσι τελειώνω, πως κάθε αλλαγή, τροποποίηση ή θέσπιση ιερών Κανόνων γίνεται κατά Αποστολική Διάταξη από μια Τοπική ή Οικουμενική Σύνοδο Επισκόπων.
.........................................
*Ο Αντώνης Ιακώβου Ελευθεριάδης είναι Καθηγητής δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος.

/////////////////////////////////

https://www.pronews.gr/thriskeia/orthodoxia/609551_epistoli-antidrasi-toy-gerontos-hrysostomoy-pihoy

Είμαι των αμαρτωλών αμαρτωλότερος.
Όχι όμως Οικουμενιστής και Πανθρησκευτής!"

Γράφει ο Αντώνης Ιακώβου Ελευθεριάδης*

Στην επιστολή του π. Χρυσοστόμου Πήχου, καθηγουμένου της Ι. Μ. Λογγοβάρδας εν Πάρω που εστάλη στο PRONEWS και PRONEWS.gr διατυπώνονται εύλογες απορίες του σεβαστού επιστολογράφου οι οποίες χρήζουν απαντήσεως και διευκρινήσεως, προκειμένου οι πολυπληθείς αναγνώστες αυτών των δημοσιευμάτων να έχουν σφαιρική άποψη των θιγομένων πραγμάτων. Κατωτέρω δημοσιεύεται ολόκληρη η σχετική επιστολή με σχόλια και απαντήσεις του καθηγητή Αντώνη Ιακώβου Ελευθεριάδη.

Ἀξιότιμε κ. διεθυντά του PRONEWS,
Στὸ ἔνθετο περιοδικό του "Ελεύθερου Τύπου" τῆς 21ης Μαΐου τ.ἔ. PRONEWS (σελ. 54-59) και στο PRONEWS. GR φιλοξενήσατε ἄρθρο τοῦ διδάκτορος φιλολογίας καὶ θεολόγου κ. Ἀντωνίου Ἐλευθεριάδη (Ἐλ.), ὑπὸ τὸν τίτλο «Ὁ "Νεοζηλωτισμὸς" κτυπᾶ τὴν θύρα τῆς ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος», στὸ ὁποῖο ὁ συντάκτης σας σχολιάζει τὴν «ΚΑΤΑΓΝΩΣΙ ΕΤΕΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΩΝ» (=καταδίκη μὴ ὀρθοδόξων διδασκαλιῶν), τὴν ὁποία ὑπέβαλα ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ζητώντας νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ, τὸ κυρίαρχο αὐτὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν οἱ διδασκαλίες αὐτὲς εἶναι σωστὲς ἢ ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως Ὀρθοδόξου. Ἐπειδὴ ὁ ἀρθρογράφος μὲ ἀδικεῖ κατάφωρα, σᾶς παρακαλῶ νὰ δημοσιεύσετε μία σύντομη σχετικὰ ἀπάντησι πρὸς πληρέστερη ἐνημέρωσι τῶν ἀναγνωστῶν σας.
1. Ἀπορεῖ καὶ ἐξίσταται ὁ κ. Ἐλευθεριάδης στὸ δημοσίευμά του πῶς «ἕνας Πρεσβύτερος στὴν ἱερατικὴ τάξι» καταθέτει «Κατάγνωσιν...» ἐναντίον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου γιὰ παράβασι συγκεκριμένων ἱ. Κανόνων. Ἀλλὰ γιατί ἀπορεῖ; Ὡς θεολόγος θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος, πρεσβύτερος ὤν, κατήγγειλε τὸν πατριάρχη Ἰωσὴφ καὶ διέκοψε τὸ μνημόσυνό του, διότι ὁ τελευταῖος εἶχε προβῆ σὲ ἀντικανονικὲς ἐνέργειες. Καὶ δὲν εἶναι βέβαια ὁ ὅσιος Στουδίτης ὁ μοναδικὸς ποὺ ἔκανε κάτι τέτοιο. Ἕνα φρεσκάρισμα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας καὶ τοῦ ἱεροῦ Συναξαριστοῦ πολλὰ θὰ εἶχε νὰ θυμίσῃ στὸν κ. Ἐλ..
[ Σχόλιο Ελευθεριάδη (Σχ.Ελ.): Πριν προβώ σε επιμέρους σχολιασμούς πάνω στα θέματα που θίγονται από τον Πανοσιολογιώτατο πατέρα Χρυσόστομο θα ήθελα να πληροφορήσω το αναγνωστικό κοινό ότι σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες από την Αρχιγραμματεία της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, η κατατεθείσα μήνυση υπό του π. Χρυσοστόμου ή όπως αδοκίμως ονομάστηκε «Κατάγνωσις Ετεροδιδασκαλιών σε βάρος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου» ετέθη στο αρχείο για λόγους αναρμοδιότητας του Εκκλησιαστικού Σώματος (14-07-2017).
Ταπεινά θα ήθελα να ζητήσω από τον άγιο Γέροντα Χρυσόστομο να διορθώσει το λάθος του. Ποιο είναι αυτό; Πρώτον και κύριο: Δεν υπάρχει κανένας Πατριάρχης με το όνομα Ιωσήφ, τον οποίο ο Θεόδωρος ο Στουδίτης "κατήγγειλε καὶ του οποίου διέκοψε τὸ μνημόσυνο, διότι ... εἶχε προβῆ σὲ ἀντικανονικὲς ἐνέργειες".
Στην εποχή του Θεοδώρου Στουδίτη πατριάρχης στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Ταράσιος, (από το 784 ως το 806), μετριοπαθής και συνετός πατριάρχης. Ο π. Χρυσόστομος, χωρίς βάσανο των πηγών, αντικατέστησε τον Ταράσιο με τον πρωθιερέα των ανακτόρων Ιωσήφ που ενδεχομένως με την άδεια του Ταρασίου πάντρεψε σε δεύτερο γάμο το νεαρό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ'. Ο ηγούμενος της μονής του Σακκουδίωνος Πλάτων και ο ανεψιός του Θεόδωρος ο Στουδίτης αντέδρασαν έντονα και ήλεγξαν σφοδρώς τον πατριάρχη και όλους όσοι αναγνώρισαν τον γάμο, τον οποίο θεώρησαν μοιχεία.
Αδικείται, νομίζω ο άγιος Θεόδωρος με το να του φορτώνομε τη διάπραξη του εγκλήματος της "αποτειχίσεως" από τον Πατριάρχη άγιο Ταράσιο. Ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο. Άλλωστε, ο Κανόνας περί δυνατότητας του πρεσβυτέρου να αποτειχίζεται (=να αποκόπτεται) από τον επίσκοπό του που κηρύττει απροκάλυπτα και με σαφήνεια αίρεση που έχει εν τω μεταξύ επίσημα και συνοδικά καταδικαστεί από Οικουμενική Σύνοδο, ανάγεται στο 861 μ.Χ.
Άλλος τέλος Ιωσήφ ήταν ο αδελφός του Θεοδώρου Στουδίτη, επιφανής Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης].

2. Στὸ 2ο σχόλιό του χαρακτηρίζει τὴν «Κατάγνωσι...» ὡς «γενικολόγο καὶ ἀόριστο», διότι δὲν παρέθεσα παραπομπὲς σὲ ἱ. Κανόνες. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἐλ. ἀδικεῖ τὸν ἑαυτό του ζητώντας εἰδικὲς παραπομπές. Οἱ ἱ. Κανόνες εἶναι σύντομες καὶ σαφεῖς προτάσεις, ὥστε νὰ μὴ πελαγώνῃ ὁ πιστὸς σὲ παραγράφους καὶ ἐπὶ μέρους διατάξεις. Δὲν πρόσεξε φαίνεται τοὺς ἱ. Κανόνες ποὺ παρατίθενται στὴν «Κατάγνωσι...».
Καὶ ἐνῷ ἐκ μέρους μου ζητεῖ παραπομπές, ὁ ἴδιος εὐθὺς ἀμέσως, γιὰ νὰ στηρίξῃ τὸν χαρακτηρισμὸ «Νεοζηλωτισμός», παραθέτει κάτι, ποὺ ἄκουσε ἀπὸ κάποιον πνευματικό, ποὺ εἶχε ἐκπομπὴ σὲ κάποιο ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος μιλοῦσε γιὰ κάποιες μοναχές, οἱ ὁποῖες ἐπηρεασμένες ἀπὸ κάποιον μοναχὸ τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἐσφιγμένου, κατὰ σάρκα ἀδελφό τους, ἀμφισβητοῦσαν τὴν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῆς νεοημερολογίτικης Ἐκκλησίας κ.λπ. κ.λπ.. Παραπομπὴ καμμία.
Πιὸ κάτω, στὸ σχόλιο 3, γιὰ νὰ διασείσῃ τὴν ἔκφρασι τῆς «Καταγνώσεως...» «σκανδαλισμὸς συνειδήσεως», παραθέτει περιστατικὸ σκανδαλισμοῦ τοῦ θαυματουργοῦ προκατόχου μου στὴν ἡγουμενία τῆς ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου• ὅτι δῆθεν ὁ ὅσιος σκανδαλίσθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιεικῆ στάσι τοῦ ὁσίου Νικολάου Πλανᾶ ἔναντι ἑνὸς μεθύσου(;) ἱεροψάλτου τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου. Ποιός ἦταν ὁ μέθυσος αὐτὸς ψάλτης; Ἐκεῖ γνωρίζουμε ὅτι ἔψαλλαν οἱ «ἅγιοι τῶν γραμμάτων» μας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης. Ἀπὸ ποῦ ὁ ἀρθρογράφος πῆρε τὴν πληροφορία; Δὲν παρατίθεται στὸ ἄρθρο του καμμία παραπομπή. Ξέρει ὅμως ὁ κ. Ἐλ. νὰ ζητῇ παραπομπὲς ἀπὸ τὸν συντάκτη τῆς «Καταγνώσεως...».
Γιὰ τὸ πλῆθος τῶν παραπομπῶν, ποὺ ὑπάρχουν στὴν «Κατάγνωσι...» καὶ ποὺ θεμελιώνουν τὸ ἀναντίρρητο τῶν ἑτεροδιδασκαλιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, δὲν λέγει τίποτε ὁ κ. καθηγητής. Δὲν τὶς εἶδε; ἢ τὶς εἶδε καὶ τὶς προσπέρασε; Ἀπὸ ποῦ ὁ ἀρθρογράφος πῆρε τὴν πληροφορία; ε; Ἐκτὸς καὶ ἂν βλέπῃ ὅσα θέλει.

[Σχ.Ελ): Αναφορικά με τον αδόκιμο όρο «Κατάγνωσις ετεροδιδασκαλιών» διαβάστε το άρθρο μου με τίτλο Τρεις οφειλόμενες απαντήσεις. Στην δικαιολογημένη όμως ερώτηση του σεβαστού επιστολογράφου: "Ἀπὸ ποῦ ὁ ἀρθρογράφος πῆρε τὴν πληροφορία" όσον αφορά στο περιστατικό με τον σκανδαλισμό του Οσίου Φιλοθέου Ζερβάκου της Πάρου, απαντώ παραπέμποντας στο βιβλίο: Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΠΑ-ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ, Εκδόσεις "Αστήρ", Αλ. και Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1999, τον επίλογο του οποίου βιβλίου έχει συγγράψει ο ίδιος ο αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος, Ηγούμενος της εν Πάρω Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας (σελ.115 κ.εξ.)
Όσο δε αφορά στο περιστατικό των δύο κατά σάρκα γυναικών αδελφών με αδελφό ζηλωτή εσφιγμενίτη μοναχό, θα μπορούσα κατ' ιδίαν να του έστελνα το όνομα και το προσωπικό τηλέφωνο του αξιοσεβάστου ιεροκήρυκα και πνευματικού της Συμπρωτεύουσας από τον οποίο άντλησα τη σχετική πληροφορία. Αλλά είναι κοινός τόπος ότι ακούγονται από ζηλωτικούς παλαιοημερολογιτικούς κύκλους, και όχι μόνο, τέτοιες ετεροδιδασκαλίες ότι δήθεν τα μυστήρια των νεοημερολογητών είναι άκυρα!

3. Γιὰ νὰ στηρίξῃ ὁ ἀρθρογράφος τὴν θέσι του περὶ τῶν ἱ. Κανόνων, ἐπικαλεῖται φράσι τοῦ ἀειμνήστου κανονολόγου ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, ὁ ὁποῖος ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὅτι «οἱ ἱ. Κανόνες στὰ χέρια τῶν κακοβούλων γίνονται "κανόνια" γιὰ νὰ ἐξοντώσουν τοὺς ἀντιπάλους των!». Πολὺ ἐπιλεκτικὰ χρησιμοποιεῖ τὴν γνώμη τοῦ π. Ἐπιφανίου περὶ τῶν ἱ. Κανόνων ὡς «κανονίων», ἀποκρύπτει ὅμως –σκοπίμως ἴσως– τὴν προσήλωσί του στοὺς ἱεροὺς Κανόνας καὶ ἰδιαιτέρως τὴν θέσι τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς περὶ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ περὶ τῶν συμπροσευχῶν. Ὁ ἅγιος αὐτὸς κληρικὸς ἦταν σφόδρα - σφόδρα ἐναντίον τῶν συμπροσευχῶν ὀρθοδόξων μετὰ αἱρετικῶν. Γιατί ὁ κ. Ἐλ. ἀποκρύπτει αὐτὴ τὴν ἀλήθεια; Ἐξ ἄλλου ἡ συνείδησίς μας δὲν καταμαρτυρεῖ κακοβουλίαν ἔναντι τῆς αὐτοῦ θειοτάτης Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἀπεναντίας μάλιστα τὸν τιμοῦμε δεόντως καὶ εὐχόμεθα ὑπὲρ Αὐτοῦ. Ποῦ κολλάει ἡ κακοβουλία στὴν χρῆσι ἐκ μέρους μας τῶν ἐν τῇ «Καταγνώσει...» ἱερῶν Κανόνων;

4. Ὁ παναγιώτατος κ. Βαρθολομαῖος πρὶν 47 χρόνια εἶχε ζητήσει στὴν διδακτορική του διατριβὴ τὴν κατάργησι τῶν ἱ. Κανόνων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διατάξεων ποὺ ἀναφέρονται στὶς συμπροσευχὲς μὲ τοὺς αἱρετικούς. Καὶ ὁ κ. Ἐλ., γιὰ νὰ στηρίξῃ τὴν θέσι αὐτὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ, ἐπικαλεῖται σὲ ἑρμηνεία καὶ χωρίς, ἐννοεῖται, παραπομπή -τὴν ὁποία ἀκόμη περιμένουμε μὲ ταυτόχρονη παράθεσι καὶ τοῦ κειμένου στὸ πρωτότυπο– ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν «Προθεωρίαν τοῦ Συντάγματος κατὰ στοιχεῖον» (1335) τοῦ μεγάλου Θεσσαλονικέως κανονολόγου κληρικοῦ τοῦ 14ου αἰῶνος Ματθαίου Βλάσταρη, τὸ ἑξῆς: «Ἡ Ἐκκλησία, ἐφόσον μεταβλήθηκαν ἐν πολλοῖς οἱ ἀνάγκες τῶν τέκνων της, ὄχι μόνο δύναται, ἀλλὰ καὶ ὀφείλει νὰ προσαρμόσει τὴν νομοθεσία της πρὸς τὶς νέες αὐτὲς ἀνάγκες, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τροποποιοῦσα ἢ καὶ καταργοῦσα τοὺς εἰς ἀχρησίαν περιελθόντας ἀνεφαρμόστους καταστάντας κανόνες, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προβαίνουσα στὴν θέσπιση νέων κατὰ τὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν της».
Διαβάσαμε ὅλη τὴν «Προθεωρίαν...» προσεκτικά, ἀλλὰ πουθενὰ δὲν συναντήσαμε τὸ παρατιθέμενο ἀπόσπασμα. Ἐδῶ ὄντως χρειαζόταν παραπομπή. Γιατί παρελείφθη; τὴν περιμένουμε ὁπωσδήποτε. Ἀναμένοντες λοιπὸν τὴν παραπομπὴ καὶ τὸ ἀπόσπασμα στὸ πρωτότυπο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ τὸ δεχθοῦμε ὡς σωστό. Στὴ συνέχεια παρακαλοῦμε τὸν ἀναγνώστη νὰ προσέξῃ μὲ πόσο σεβασμὸ ἐκφράζεται ὁ ἀείμνηστος Βλάσταρης γιὰ τοὺς ἱ. Κανόνας, τοὺς καρποὺς αὐτοὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μὲ τί ἰταμὸ καὶ αὔθαδες ὕφος ἀναφέρεται σ᾽ αὐτοὺς στὴν ἐπιστημονική του διατριβὴ ὁ μετέπειτα πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος. «Δὲν δύνανται», γράφει, «νὰ ἐφαρμοσθοῦν σήμερον καὶ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους. Περισσοτέρα ἀγάπη πρέπει νὰ "ἀρδεύσῃ" πολλὰς κανονικὰς διατάξεις πρὸς "ζωογονίαν". Ἐπιβάλλεται τροποποίησις ὁρισμένων διατάξεων ἐπὶ τὸ φιλανθρωπότερον καὶ ρεαλιστικώτερον. Ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ ζῇ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου». Τὸ αὔθαδες καὶ ἰταμὸ αὐτὸ ὕφος ὁ ἀρθρογράφος κ. Ἐλ. τὸ χαρακτηρίζει διὰ τῶν ἑξῆς: «Ὁ σεβαστὸς ἐρευνητὴς μὲ σεμνότητα καὶ διάκριση, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἐπιστήμονα, λέει ὅτι "ὁρισμένες διατάξεις" ἱερῶν Κανόνων πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν, ὄχι νὰ καταργηθοῦν ἢ νὰ καταστοῦν ἄκυρες...». Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃ ὅμως σεμνότητα καὶ διάκρισι ἐπιστημονικὴ ἡ κρινομένη πρότασι τοῦ Παναγιωτάτου, πρέπει νὰ ὑποστῇ πολὺ «μακιγιάζ». Ἀφήνω ὅμως τὰ σχόλια στοὺς ὀξυδερκεῖς ἀναγνῶστες σας. Ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας κεφαλὴ εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὴν ὁποία «συγκροτεῖ τὸ πανάγιον Πνεῦμα», εἶναι δυνατὸν «νὰ ζῇ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου»; Δὲν κατευθύνει τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Τί λόγια εἶναι αὐτά;
[Σχ.Ελ.: Ας έλθουμε στην επίδικη ερμηνεία του Μ. Βλάσταρη, την οποία χρησιμοποίησα στο άρθρο μου με τίτλο "Ο νεοζηλωτισμός κτυπά την θύρα της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος". Πριν όμως καταχωρίσω την αιτουμένη από τον επιστολογράφο βιβλιογραφική παραπομπή και την παράθεση του κειμένου στο πρωτότυπο, ας πούμε δυο λόγια που για τον προσεκτικό αναγνώστη θεωρούνται αυτονόητα.
Λέγοντας «ερμηνεία» συνηθίζουμε να εννοούμε την νοηματική απόδοση ενός δύσκολου ή δυσνόητου χωρίου ή μιας φράσης ενός συγγραφέα με τη χρήση μικρών ή μεγαλύτερων σχολίων. Είναι έργο βασανιστικά δυσχερές. Το ερμηνευόμενο απόσπασμα εξετάζεται από λεξιλογικής πλευράς, από παράλληλα χωρία του ιδίου συγγραφέα και από τα συμφραζόμενα. Διαφέρει ως προς τούτο από τη μετάφραση, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεταφορά (ad litteram) μιας λέξης ή μιας πρότασης από μια γλώσσα σε μια άλλη ή από μια διάλεκτο σε μια άλλη.
Η αναμενόμενη από τον Γέροντα Χρυσόστομο παραπομπή βρίσκεται στο: «Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων των τε αγίων και πανευφήμων Αποστόλων, και των ιερών Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, και των κατά μέρος αγίων Πατέρων, έκδ. Γ. Α. ΡΑΛΛΗ και Μ. ΠΟΤΛΗ, Αθήνησιν 1852-1859, επανεκτ. Αθήναι 1966», στον τόμο ΣΤ', αριθμημένη σελίδα 8, σε συνδυασμό με τις σελίδες 29, 30.

Λίγοι, φοβούμαι, από τους αγαπητούς αναγνώστες της ιστοσελίδας θα μπορέσουν να καταλάβουν το περιεχόμενο του κατωτέρω κειμένου του Κανονολόγου Μ. Βλάσταρη, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι η ελληνική των μεσαιωνικών χρόνων (14ος αι.) και έχει όρους που δεν απαντούν σήμερα.

.................................... .....
«Των γε μην οικουμενικών τε και τοπικών απασών, η εν Καρχηδόνι Σύνοδος αρχαιοτέρα ιστόρηται, έξαρχον μεν εσχηκυία τον μέγαν Κυπριανόν∙ εις επισκόπους δε επληθύνετο προς τοις τέσσαρσιν ογδοήκοντα∙ οι δή και εν μόνον εξήνεγκαν ως εν είδει κανόνος ψήφισμα, τους καθάπαξ υπό πάντων αιρετικών τε και σχισματικών βαπτισθέντας τη καθολική προσερχομένους Εκκλησία, αύθις βαπτίζεσθαι, σχισματικούς τους περί Ναυάτον αινιττόμενοι∙ τηνικαύτα γαρ η τούτου αίρεσις εισεφθάρη τη Εκκλησία∙ τούτου του ψηφίσματος και ο μέγας μέμνηται Βασίλειος εν τω πρώτω αυτού κανόνι, δι' επαίνου μεν αυτό τιθέμενος, οικονομίας δε χάριν αργίαν αυτού καταψηφιζόμενος. Αλλά και η δευτέρα οικουμενική Σύνοδος, εν τω εβδόμω ταύτης κανόνι, ταναντία τούτου διατάττεται∙ δια τοι τούτο η έκτη και οικουμενική Σύνοδος, Ο εκδοθείς, φησί, τοις Πατράσι τούτοις κανών, εν τοις τόποις αυτών και μόνοις κατά το παραδοθέν αυτοίς έθος εκράτησε∙ τούτο γαρ, ως έοικε, τω τότε σενετέλει καιρώ και τοις πράγμασι∙ διό και η τούτων μεταβολή, εις το μηκέτι ενεργείν και τούτον μετέβαλεν.» (σελ. 8)
.......................................
Η πεντηκονταετής φιλολογική μου εμπειρία περί τα αρχαία και μεσαιωνικά βυζαντινά κείμενα με βοήθησε να υιοθετήσω την πιο κάτω σχετική ερμηνεία:
«Η Εκκλησία εφόσον μεταβλήθηκαν εν πολλοίς οι ανάγκες των τέκνων της, όχι μόνο δύναται, αλλά και οφείλει να προσαρμόσει την νομοθεσία της προς τις νέες αυτές ανάγκες, από τη μια μεριά τροποποιούσα ή και καταργούσα τους εις αχρησίαν περιελθόντας ανεφαρμόστους καταστάντας κανόνες, και από την άλλη προβαίνουσα στη θέσπιση νέων κατά τις ανάγκες των πιστών της».
5. Ὁ κ. Ἐλ. ἀνέλαβε ἐργολαβικῶς τὴν ὑποστήριξι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἦταν, ἂν δὲν κάνω λάθος, συνυπότροφοι ἢ συνοικότροφοι σὲ παπικὸ πανεπιστήμιο στὴν Ρώμη κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ᾽60. Ἐκεῖ εἶχαν συνδεθῆ δι᾽ ἀρρήκτου φιλίας. Στὴν προσπάθειά του λοιπὸν νὰ στηρίξῃ ὡς φίλος τὶς θέσεις τοῦ Παναγιωτάτου, χρησιμοποιεῖ τὰ δεκανίκια τῆς νομικῆς σκέψεως τῆς Πολιτείας. Ἐπικαλεῖται μία ἀπόφασι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας (βλ. Σ.τ.Ε. 3003/2014, ὁλομ.) ἡ ὁποία κάνει διάκρισι τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων σὲ δογματικοὺς καὶ διοικητικούς. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις εἶναι γιὰ τὴν Πολιτεία. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἰσχύουν ἐξ ἴσου, ἰσοκύρως, καὶ οἱ δογματικοὶ (οἱ ὅροι) καὶ οἱ διοικητικὲς διατάξεις (οἱ ἱ. Κανόνες). Γιὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνας ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ἐλ. ἀναφέρει• «Οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶναι τὰ ἱστία καὶ τὸ πηδάλιο τῆς "νοητῆς νηός", τὴν τροπὴ καὶ τὴν κατεύθυνση καὶ τὴν ρύθμιση τῶν ὁποίων ἐλέγχει καὶ κατευθύνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Γιὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ταγοὺς οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὄντως ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα, οἱ ἱ. Κανόνες εἶναι ἰσόκυροι τῶν δογματικῶν ὅρων καὶ ἀποτελοῦν πέρας πάσης ἀντιλογίας. Γι᾽ αὐτὸ ἐξ ἄλλου καὶ ὁ Παναγιώτατος, μπροστὰ στὸν κίνδυνο νὰ τοῦ πάρῃ ὁ πατριάρχης Μόσχας τὰ πρωτεῖα, χρησιμοποιεῖ –καὶ καλὰ κάνει– τὸν ΚΗ΄ Κανόνα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), ποὺ κατοχυρώνει τὰ πρωτεῖα τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου. Καὶ εἶναι ἀνυποχώρητος σ᾽ αὐτό. Γιατί ὅμως, ἐνῷ σέβεται καὶ ὑπερασπίζεται αὐτὸν τὸν ἱ. Κανόνα ποὺ τὸν διευκολύνει, ἀσεβεῖ στοὺς ἱ. Κανόνας ἐκείνους ποὺ καθορίζουν τὶς σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν ἑτεροδόξων καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων; Γιατί κάνει διάκρισι μεταξὺ τῶν ἱ. Κανόνων καὶ ἄλλους μὲν καταστρατηγεῖ ἄλλους δὲ ὑπερυψώνει ὡς λάβαρο ἀγῶνος; Γιατί δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά; Μήπως ἐδῶ ἔχουν ἐφαρμογὴ τὰ λόγια τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου περὶ «κανονίων» καὶ χρησιμοποιεῖ ὁ Παναγιώτατος τὸν κανόνα αὐτὸν ὡς «κανόνι» ἐναντίον τοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ του;
Ἐπίκαιρο εἶναι νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ τὴν πίστι τοῦ ἀοιδίμου μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου περὶ τῶν ἱ. Κανόνων: «Οἱ ἱεροὶ Κανόνες εἶνε φωτεινοὶ δεῖκται τῆς πρὸς τὰ ἄνω πορείας. Εἶνε χαλινοὶ τῶν κτηνωδῶν ὀρέξεων τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε πηδάλιον ἐν μαινομένῃ θαλάσσῃ. Εἶνε, διὰ νὰ φέρωμεν Ἁγιογραφικὴν εἰκόνα, ὁ φραγμός, τὸν ὁποῖον ἔθεσε πέριξ τοῦ θεοφυτεύτου Ἀμπελῶνος ὁ Κύριος, ἵνα μὴ ἄγρια ζῷα, ἀλώπεκες καὶ μονιοί, εἰσελαύνουν καὶ κατατρώγουν τοὺς καρποὺς καὶ ἐκτινάσσουν τὰς ῥίζας. Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἢ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας εἶνε, διὰ νὰ ἐνθυμηθῶμεν καὶ τὴν προγονικὴν ἡμῶν σοφίαν, ὡς τὰ ἰσχυρὰ τείχη τῶν πόλεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἱστάμενοι οἱ γενναῖοι ἀγωνισταὶ ἀποκρούουν τὰς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων. Ἄνευ τειχῶν αἱ ἀρχαῖαι πόλεις ἦσαν εὐάλωτοι... Εἰς τὰ ὦτα ἡμῶν ἠχοῦν τὰ λόγια τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου Ἡρακλείτου• "Μάχεσθαι δεῖ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ (=ὅπως ἀκριβῶς) τείχεος (=τείχους)"» (μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου, «Ἐξέστημεν;», Ἀθῆναι 1973, σσ. 64-65).

[Σχ.Ελ): Το ζήτημα που θίγεται σε αυτή την παράγραφο της επιστολής είναι πολύ σπουδαίο για την κατανόηση της όλης λειτουργίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Ορθώς πιστεύεται ότι εκκλησία είναι θεανθρώπινος οργανισμός που ζει και κινείται και δρα εν χρόνω και εν τόπω. Ακρογωνιαίος λίθος και κεφαλή της Εκκλησία είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο Χριστός μέσω της αποστολικής διαδοχής των επισκόπων χθες και σήμερα και στους απέραντους αιώνες ζει στις ψυχές μας με τη αγία μετάληψη του Σώματος και του Αίματός Του. Όλα τα άλλα μέσα που θεσπίζει η Αγία μας Εκκλησία (Δόγματα, Κανόνες, Λατρεία, Αρχιτεκτονική Ναών, Μουσική, Νηστεία, Ιερές Ακολουθίες, τιμητική προσκύνηση Ιερών Εικόνων κ.ά.) συνιστούν το όχημα για να φτάσει ο άνθρωπος κάθε εποχής και της σημερινής στον υπερβατικό στόχο που στη γλώσσα των νηπτικών πατέρων ονομάζεται Θέωση.

Με την ευκαιρία δε της αναφοράς του π. Χρυσοστόμου στο όνομα του αοιδίμου π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου και ιδιαίτερα στον καλλιεπή λόγο του μεγαλύτερου ιεροκήρυκα του 20ου αιώνα π. Αυγουστίνου Καντιώτη θα ήθελα να καταθέσω από τη θέση αυτή τις μεγαλύτερες ευχαριστίες μου σ' αυτές τις δύο μεγάλες προσωπικότητες της Ορθοδόξου Εκκλησίας που μαζί με τόσους άλλους πνευματικούς ανθρώπους που γνώρισα, συνέβαλλαν στο χτίσιμο της δικής μου μετριότητας.

Επανερχόμενοι στο ζήτημα του διαχωρισμού και της διάκρισης των Κανόνων σε Όρους της Πίστεως και σε Κανόνες που διευθετούν συγκεκριμένες ανάγκες των πιστών, σε ορισμένες εποχές και σε ορισμένες εκκλησιαστικές περιοχές ο καλός Πατήρ Χρυσόστομος μου απευθύνει το εξής με μικρή δόση ειρωνείας ερώτημα: "Μήπως ὅμως ἀγνοεῖς, ὅτι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες στὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἰσό- κυροι μετὰ τῶν δογματικῶν Ὅρων; Ἐνθυμεῖσαι τί ἀγῶνες ἔγιναν δι᾽ αὐτό; Νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κοσμικὸς νομοθέτης κατενόησε τὸ πρόβλημα καλύτερα ἀπὸ ὅ,τι τὸ κατανοεῖ ἕνας θεολόγος, φιλόλογος, μάλιστα δὲ καὶ διδάκτωρ;"
Και η απάντηση που κατά χρέος έδωσα ήταν η εξής: " Το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα του 1975 αναγνωρίζει, για πρώτη φορά, τους Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες των Ορθοδόξων Εκκλησιών (άρθρο 3 παρ.1). Συγκεκριμένα, μερικοί πίστεψαν πως η ελληνική πολιτεία εξισώνει τους δογματικούς λεγόμενους Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων με τους Διοικητικούς. Αλλά ήρθε το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο ως αυθεντικός ερμηνευτής του Συντάγματος να δώσει τέρμα στη διαμάχη μεταξύ των συνταγματολόγων γύρω από την εν λόγω συνταγματική διάταξη: πρόκειται για την υπ΄αριθμ. 2837/20153 του ΣτΕ. Ο αιτών είναι εγκαταβιών μόνιμα στην Ιερά Ανδρώα Κοινοβιακή και Επισκοπική Μονή ***του αγίου Όρους και αιτείται την ακύρωση της απόφασης*** της στρατολογικής Υπηρεσίας Δυτικής Ελλάδας. Στο σκεπτικό της απορριπτικής απόφασης του ΣτΕ διαβάζουμε τα εξής:
«Επειδή, κατά πρώτο λόγο προβάλλεται ότι οι Ιεροί Κανόνες, όπως ο έβδομος Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451 μ.Χ.), ο εξηκοστός έκτος Κανών των Αγίων Αποστόλων και ο όγδοος Κανών του Μεγάλου Βασιλείου, απαγορεύουν την στράτευση των Μοναχών και, ως θεμελιώδεις δογματικοί κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπερισχύουν πάσης αντιθέτου νομοθετικής ρυθμίσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η υπό του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχύρωση, αναφερομένη στους Ιερούς Κανόνες και τις Παραδόσεις, αφορά μόνον στα δόγματα της Εκκλησίας και δεν επεκτείνεται σε Ιερούς Κανόνες και Παραδόσεις αφορώντες αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως θέματα, ως η στράτευση (πρβλ. ΣτΕ 3003/2014, ολομ.)»

Καὶ τελειώνουμε μὲ τὰ ἑξῆς ὀλίγα:
Ἐὰν στὶς πόλεις τῆς ἀρχαιότητος ἦταν ἀπαραίτητα τὰ τείχη γιὰ τὴν ὑπεράσπισί τους ἐκ μέρους τῶν γενναίων μαχητῶν καὶ τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ, ἀσυγκρίτως πιὸ ἀπαραίτητη κρίνεται σήμερα ἡ διαφύλαξις τῆς ἱερότητος καὶ ἀκεραιότητος τῶν θείων Κανόνων, ὅταν τὰ πάντα ἔχουν γκρεμιστῆ καὶ τείνουν εἰς ἀφανισμόν. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μιλώντας στοὺς πρεσβυτέρους τῆς Μιλήτου, τόνισε μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου• καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. Διὸ γρηγορεῖτε...» (Πράξ. 20,28-31). Καὶ σὲ μετάφρασι• «Νὰ προσέχετε τοὺς ἑαυτους σας καὶ ὅλο τὸ ποίμνιο, στὸ ὁποῖο τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους, γιὰ νὰ ποιμαίνετε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἀπέκτησε μὲ τὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. Διότι ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι μετὰ τὸν δικό μου ἐρχομό θὰ εἰσβάλουν σὲ σᾶς λύκοι φοβεροί, ποὺ δὲν λυποῦνται τὸ ποίμνιο. Καὶ ἀπὸ σᾶς τοὺς ἴδιους θὰ ἐμφανισθοῦν ἄνθρωποι, ποὺ θὰ διδάσκουν διεστραμμένα, γιὰ ν᾽ ἀποσποῦν τοὺς μαθητὰς (τοὺς πιστοὺς) καὶ νὰ κάνουν ὀπαδούς τους. Γι᾽ αὐτὸ νὰ ἀγρυπνῆτε...».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικοὺς τοὺς ὀνομάζει λύκους φοβερούς. Στὴν σύναξι τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης οἱ φοβεροὶ αὐτοὶ λύκοι ὠνομάσθηκαν «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες». Ἤ ὁ ἀπόστολος Παῦλος σφάλλει ποὺ τοὺς ὀνομάζει «λύκους φοβεροὺς» ἢ ἡ σύναξι τοῦ Κολυμπαρίου ποὺ τοὺς ὀνομάζει «ἑτερόδοξες ἐκκλησίες». Κατανοεῖ ἆραγε τὸ ὀλίσθημά του ὁ συνήγορος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ὑποστηρικτὴς τῆς πανθρησκείας διδάκτωρ φιλολογίας καὶ θεολόγος κ. Ἀντώνος Ἰ. Ἐλευθεριάδης;

Μετὰ τιμῆς
Ἀρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Πῆχος
Καθηγούμενος Ἱ. Μονῆς Ζ. Πηγῆς Λογγοβάρδας Πάρου

[(Σχ.Ελ) Καλέ μου φίλε και σεβαστέ μου Γέροντα Χρυσόστομε, όλα καλά και ελεύθερα, γράφε ό, τι θέλεις, σοφά και μη σοφά. 'Έστω σοι μεν ταύτα δοκούντι εμοί δε τάδε" Μέχρις εδώ όμως. Χαρακτηρισμούς όπως "συνήγορος του οικουμενισμού" και "υποστηρικτής της πανθρησκείας" σου τους επιστρέφω μετά βδελυγμίας πίσω ως απαραδέκτους και προσβλητικούς στην προσωπικότητά μου. Είμαι των αμαρτωλών αμαρτωλότερος. Όχι όμως οικουμενιστής και πανθρησκευτής. Το έχω αποδείξει άλλωστε στο βιβλίο μου με τίτλο: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΜΑΣΟΝΙΑ, το οποίο ευσεβάστως και καθηκόντως αφιερώνω στην Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο]

*Ο Αντώνης Ιακώβου Ελευθεριάδης είναι δρ. Φιλολογίας και Θεολόγος