Η ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ, ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

 

Με την ευκαιρία των δύο αποπειρών αυτοκτονίας των οποίων όλος ο ελληνικός λαός έγινε θεατής δεν θα ήταν άσκοπο να αναφερθούμε σε αυτή την προσέγγιση.

Η συζήτηση στους παλαιούς φιλοσοφικούς κύκλους γινόταν για πρόσωπα που, παρότι υγιά τον νουν, με τη θέλησή τους θέτουν πρόωρο τέρμα στην βιολογική τους εξέλιξη, με τα ίδια τους τα χέρια φονεύουν τους εαυτούς τους.  Στην ελληνική αρχαιότητα υπήρχαν από τη μια οι υπέρμαχοι της αυτοκτονίας και από την άλλη εκείνοι που αντίθετα με τους προηγούμενους αποδοκίμαζαν ως αθέμιτη και ως υβριστική σε βάρος του θελήματος των θεών πράξη. Η κάθε μια από τις δύο πλευρές διέθετε την υπέρ αυτής ιδεολογία και θεολογική τεκμηρίωση.

Από τους παλαιούς φιλοσόφους υπερμαχούσαν της αυτοκτονίας οι λεγόμενοι Κυνικοί φιλόσοφοι, οι οποίοι ανοιχτά συνιστούσαν στον κόσμο δύο πράγματα να κάνουν: ή να αποκτήσουν νουν και σύνεση ή να βάλουν στο λαιμό τους βρόχο. Όπως μας παραδίδει ο Πλούταρχος, στα Ηθ.1039: «δει κτάσθαι νουν ή βρόχον» και προέτρεπαν εκείνους από τους ερωτευμένους που δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τον έρωτά τους, απέτυχαν δηλαδή να ζευγαρώσουν τα σώματα και τις καρδιές τους…να προσφύγουν στην αυτοκτονία. Να τι έλεγαν ακριβώς: «τον έρωτα παύει λιμός (=πείνα), ει δε μη, χρόνος. Εάν δε τούτοις μη δύνη, βρόχος (=θηλιά)». Το κείμενο αυτό έχει αποθησαυρισθεί στον Διογένη τον Λαέρτιο, 6,8. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως την αυτοκτονία επαινούσαν περισσότερο από κάθε άλλον οι Στωικοί, οι οποίο θεωρούσαν τη ζωή και το θάνατο αδιάφορα πράγματα και δίδασκαν πως ο καθένας μπορεί να καταλίπει το βίο του ευθύς ως νομίσει ότι η ζωή του γίνεται δύσκολη και αφόρητη! Είναι σαν να μας λέει: Μόλις δεις τα σκούρα, μόλις μαζευτούν λίγα συννεφάκια δυσκολιών μάζεψέ τα, πάρε ένα σκοινί και τράβα για το δέντρο ή πέσε από τον τέταρτο!. «Ευλόγως αξάγειν εαυτόν του βίου» (Διογ. Λαέρτιος, 7, 130). Ακούστε σοφές συμβουλές αυτοκτονίας που έδινε στους συγρόνους ο Στωικός φιλόσοφος, ο δάσκαλος του Νέρωνα,  Σενέκας: Ο σοφός είναι ελεύθερος να εξαγάγει τον εαυτό του από το βίο σε περίπτωση δυσμένειας της τύχης (Επιστ. 70). Ο Μάρκος Αυρήλιος, ο λεγόμενος φιλόσοφος βασιλιάς, αποφαίνεται ότι ο καθένας μπορεί εκούσια να εγκαταλείψει το βίο του όπως εγκαταλείπει το δωμάτιό του που είναι γεμάτο καπνό! (βιβλίο Ε΄29). Να πούμε εδώ, ότι δεν έχουμε σχετική πληροφορία για συγκεκριμένες αυτοκτονίες Στωικών, το πιο πιθανό είναι το κώνιον να διοχέτευαν οι καλοί μας φιλόσοφοι στους αφελείς, ενώ οι ίδιοι έπιναν τον «οινομέλιτα», το μίγμα δηλαδή άκρατου οίνου και θυμαρίσιου μελιού, αν πιστεύσουμε την πληροφορία  που μας παραδίδει ο Στοβαίος για τον Καρνεάδη! (Εκλογαί, 119,19). Πριν όμως περάσουμε τη γέφυρα και πάμε στους αρχαίους φιλοσόφους που καταδίκαζαν τελεσίδικα και χωρίς εξαιρέσεις την αυτοχειρία, να σταθούμε για λίγο στον μεγάλο μας ποιητή Ευριπίδη, ο οποίος ακολουθώντας τη <δόξαν> του Θέογνη «πάντων μεν μη φύναι επιχθονίοισιν άριστον» και «κράτιστον είναι μη φύναι βροτώ» (=καλύτερο θα ήταν να μην είχαμε γεννηθεί) αποφαίνεται ότι οφείλουμε να συγχωρούμε εκείνον που επειδή δεν άντεξε τις δυσκολίες της ζωής αυτοκτόνησε! (Εκάβη, 1107). Να καμαρώσουμε τώρα τον παλαιότερο Σοπενχάουερ της ελληνικής αρχαιότητας, με έναν φιλόσοφο και ποιητή, τον αρχηγό των  Ηδονιστών της λεγόμενης Κυρηναϊκής Σχολής του οποίου το όνομα ήταν Ηγεσίας. Είναι χαρακτηριστική η προσωνυμία του, «πεισιθάνατος»! Αυτός ο φιλόσοφος τι μας λέει; Ο κόσμος που ζούμε είναι γεμάτος κακά και συμφορές, η ευδαιμονία στον παρόντα κόσμο είναι ανέφικτη. Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο τι να την κάνεις τη ζωή; Είναι προτιμότερος ο θάνατος από τη ζωη. Αυτός ο άνθρωπος θεωρήθηκε τρομερά επικίνδυνος για την κοινωνία της Αλεξάνδρειας, επειδή έπειθε πολλούς να αυτοκτονήσουν. Αναγκάσθηκε ο Πτολεμαίος ο Λάγου να τον διώξει από την Αλεξάνδρεια, τόσο επικίνδυνος  ήταν!  (Πλούτ. Ηθ. 497). Σήμερα τέτοιοι Ηγεσίες έχουν μετενσωματωθεί και κινούνται στο Internet και δίνουν συνταγές στη νεολαία μας να προχωράει  με ουσίες και αλκοόλ σε ακίνδυνους και ανώδυνους θανάτους…

Αντίθετα, την αυτοκτονία αποδοκίμασαν ως αθέμιτο από τους παλαιούς φιλοσόφους οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι, σύμφωνα με τους οποίους η ψυχή τέθηκε στο σώμα μας από τους Θεούς σαν σε φυλακή και επομένως ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα να αντιταχθεί στο θέλημα των θεών και να λύει τον εαυτό του από αυτά τα δεσμά και να δραπετεύει. Τους Πυθαγορείους ακολουθώντας ο Πλάτων αποφαίνεται στον Φαίδ. 62Β: «μη θεμιτόν είναι εαυτόν βιάζεσθαι…» (=δεν είναι σωστό να ασκούμε βία πάνω στο σώμα μας). Ο Πλάτων ακολουθεί όπως ξέρουμε πιστά την κοινή πεποίθηση των αρχαίων ότι το σώμα είναι δεσμωτήριο της ψυχής, στο οποίο ο άνθρωπος εκτίει τιμωρίες λόγω των παραπτωμάτων της στην προηγούμενη ζωή, ο ίδιος υποστηρίζει πως το να φονεύει κάποιος τον εαυτό του είναι μάταια απόπειρα αποφυγής ποινής, την οποία αυτός ο άνθρωπος είναι άξιος και πρέπει να υποστεί. Ο Πλάτων αντιτάσσεται στη γνώμη άλλων φιλοσόφων, οι οποίοι νομίζουν πως ο θάνατος είναι απαλλαγή από όλα τα δεινά. Επειδή λέει ο Πλάτων η ψυχή είναι αθάνατη, ουδεμία υπάρχει γι’ αυτήν άλλη «αποφυγή κακών ουδέ σωτηρία πλην του «ως βελτίστην και φρονιμωτάτην  γενέσθαι» (Φαίδ. 107C). Προφανώς αδικεί τον εαυτό του και την ψυχή του εκείνος που βιάζει τον εαυτό του θέτοντας πριν την ώρα του τέρμα στο βίο του, γιατί απλούστατα δεν δίνει περιθώρια χρόνου να βελτιωθεί ηθικά και να καθαρθεί από τις αμαρτίες. Η αυτοκτονία αναγκάζει τη ψυχή να καταλίπει βίαια το σώμα πριν καθαριστεί πλήρως από την κακία και έτσι δεν θα γίνει ποτέ δεκτή στον «καθαρόν από κακών τόπον» (Θεαίτ. 117Α), όπου οι φιλόσοφοι ζουν χωρίς τα σώματά τους. Με την αυτοκτονία θα αναγκασθεί η ψυχή να μεταβεί σε άλλο σώμα, κι έτσι να διαιωνισθεί η ταλαιπωρία της. Θεωρώντας ο Πλάτων την αυτοκτονία ως ασέβεια προς τον Θεόν και έγκλημα κατά της πόλεως επιδικάζει βαρειές μεταθανάτιες ποινές εναντίον εκείνου, ο οποίος τον εαυτό του «τον πάντων οικειότατον και φίλτατον αποκτείνει». Ο δίκαιος, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οφείλει να μη βιάζεται να βγει από τη ζωή, αλλά να υπομένει «εάν τε εν πενία γένηται, εάν τε εν νόσοις ή τινι άλλω των δοκούντων κακών ως ταύτα εις αγαθόν τι τελευτήσει ζώντι ή αποθανόντι» (Πολιτ. 613Β). Αυτά τα λόγια του Πλάτωνα μας φέρουν στο μυαλό μας τα λόγια του Αποστόλου Παύλου στην προς Ρωμαίους επιστολή (8:28): «τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν». Θα κλείσουμε την πραγματεία περί της αυτοκτονίας στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη που αποδοκιμάζει και αυτός χωρίς περιστροφές την αυτοκτονία που την θεωρεί περισσότερο ως πράξη   δειλίας παρά ανδρεία λέγοντας: «το αποθνήσκειν φεύγοντα πενίαν ή έρωτα ή λυπηρόν ουκ ανδρείον, αλλά μάλλον δειλού. Μαλακία γαρ φεύγειν τα επίπονα (γιατί είναι έλλειψη ενργητικότητας  να αποφεύγει κάποιος τις δυσκολίες). Φαύλοι γαρ βροτών ου πονείν δυνάμενοι θανείν αιρούσιν» (=οι πιο ανόητοι από τους ανθρώπους μη μπορώντας να αντισταθούν στις δυσκολίες προτιμάνε να αυτοκτονήσουν) . Ο ίδιος Φιλόσοφος αποφαίνεται ότι ο  αυτόχειρας δεν καταστρέφει μόνο το σώμα του αλλά βλάπτει και αδικεί την πατρίδα, γιατί διασπά θα λέγαμε σήμερα τον κοινωνικό ιστό της. Γι’ αυτό  επαινεί τον νόμον του Αθηναϊκού Κράτους, ο οποίος κολάζει τους αυτοκτόνους με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Τέλος, οι δύο κορυφαίοι Έλληνες Διανοούμενοι στο ζήτημα της αυτοκτονίας, παρόλο που είναι τόσο αρνητικοί και την καταδικάζουν, σε δύο μόνο περιπτώσεις φαίνεται πως υποχωρούν και θα μπορούσαν υπό όρους να δεχτούν τη λύση της αυτοκτονίας. Πρόκειται για την περίπτωση της έμπονης ασθένειας που δείχνει ανίατη. Ο θάνατος στη φάση αυτή δείχνει λύτρωση. Αλλά και σε μια άλλη περίπτωση: της αβάσταχτης δυστυχίας μιας ντροπής που καθιστά τη ζωή χωρίς αξία.