Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

kimisi1:  Το όνομα Μαρία: Σύμφωνα με  τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη, «Το πανσεβάσμιον και κεχαριτωμένον όνομα της Μαρίας προσφυέστατα και αρμοδιώτατα εδόθη εις την αειπάρθενον Θεοτόκον κατά πρόγνωση και βουλή Θεού, παρά του οποίου παρά του οποίου ήταν ωρισμένη να γίνη Μητέρα Αυτού. Σημαίνει δε το όνομα Μαρία: Παντοδυναμία, τουτέστιν εκείνη η οποία ήνωσε τα δύο άκρα αντικείμενα Θεό και άνθρωπο. Ακόμη σημαίνει Σοφία, η οποία βρήκε τον τρόπο δια να ενώση δύο φύσεις σε μια υπόσταση, χωρίς να συγχύση τα ιδιώματα των φύσεων. Και τρίτον σημαίνει Αγαθότης, ήτοι χάρις, η οποία εθεοποίησε την ανθρώπινη φύση και ανεβίβασε αυτή υπεράνω των ουρανίων δυνάμεων. Αυτά τα τρία περιέχει το όνομα Μαρία. Δόθηκε διότι έμελλε να υπηρετήσει το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας...», «Το όνομα Μαρία παράγεται από το εβραϊκό Αϊός το οποίο δηλοί Κύριος και ερμηνεύεται Κυρία διότι, ως Μήτηρ Θεού κυριεύει και εξουσιάζει ουράνια και επίγεια κτίσματα. Έχει δε την κυριότητα της δυνάμεως επειδή το θεμέλιο της κυριότητος είναι η δύναμις». (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, στην ερμηνεία της ενάτης ωδής της Παρθένου).

Το καθ' εξοχήν όμως θεολογικό όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Θεοτόκος. «Θεοτόκον ωνόμασαν την Παρθένον Πατέρες προ της Γ' Οικουμενικής Συνόδου. Στη δε Σύνοδο αυτή εδιωρίσθη το πρώτον να καλείται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Ακόμη η Σύνοδος αύτη την γλυκυτάτην ταύτην της Παρθένου προσηγορίαν επικυρώσασα, ως όρον δογματικόν εις πάσαν την οικουμένην παρέδωσε. Πρώτος γαρ ο Ωριγένης Θεοτόκον την Παρθένον εκάλεσε... Ο δε Αλεξανδρείας Κύριλλος, γράφων προς Νεστόριον λέγει, ότι και ο Μέγας Αθανάσιος Θεοτόκον αυτήν και ωνόμασε και ωμολόγει». (Πηδάλιον Εκκλησίας σ. 168) Το προσφιλέστατο όνομα της Παναχράντου Δέσποινας είναι χωρίς άλλο το όνομα «ΠΑΝΑΓΙΑ». Πότε ιστορικά έλαβε αυτή την προσωνυμία η Παρθένος; Αποδίδεται στην Θεοτόκον και σταθεροποιείται γι’ αυτήν η προσωνυμία «Παναγία. Αυτήν την προσωνυμία γνωρίζει ως επικρατούσαν πλέον κατά τον Ε' αιώνα ο Βασίλειος Σελευκείας (P.G. 85, 425). Βραδύτερα, κατά τον Ζ' αιώνα, ο Ανδρέας αρχιεπίσκοπος Κρήτης αποκαλεί επιμόνως την Aχραντον «αγιωτέραν των αγίων» (P.G. 97, 2108). Το όνομα πλέον Παναγία υπερίσχυσε, ταυτίστηκε με την ιερά μορφή και προσωπικότητά της. Το πόσο έχει το όνομα Παναγία επικρατήσει στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα, φαίνεται κυρίως στις δυσκολίες της ζωής, και μάλιστα σε ξαφνικούς κινδύνους, όπου αυθόρμητα προέρχεται εκ των έσω  η επίκληση «Παναγία μου».   Ήταν λοιπόν πολύ φυσικό να εκφραστεί με ένα πλούτο επιθέτων της Παναγίας η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή του χριστιανού Έλληνα προς Αυτήν. Σχηματίζεται έτσι  ένας ολόκληρος κατάλογος επιθέτων: την περικοσμεί με την έκφραση «αγνήν κόρην», «πονεμένην μητέρα», «φιλάνθρωπον Παναγίαν», την προσφωνεί αειπάρθενον,άμωμον, άμεμπτον, σεμνήν, καλήν, τρυφεράν, δυνατήν, μεγάλην, σοφήν, θείαν, άχροντον, απειρόγαμον, ανύμφευτον, ανερμήνευτον, υπέρμαχον, καθαράν, ανήροτον χώραν, έμψυχον τράπεζαν, πηγήν ακένωτον, αγλαόκαρπον δένδρον, ιερόν καταφύγιον κλπ.

2: Πού «κοιμήθηκε» η Θεοτόκος; Κατά την επικρατέστερη παράδοση, την λεγόμενη Ιεροσολυμιτική περί της κοιμήσεως της Θεοτόκου, η Μαρία,  «κοιμήθηκε» στα Ιεροσόλυμα. Η παράδοση αυτή αναφαίνεται από τα μέσα του Ε΄αιώνα. Από τότε μνημονεύεται ναός προς τιμή της Θεοτόκου κοντά στα Ιεροσόλυμα και μάλιστα πάνω στον τόπο που θεωρείται τόπος της τελικής κατοικίας της μαζί με τον προστάτη της Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. Στον επόμενο Στ΄ αιώνα στη Γεθσημανή έδειχναν τον τάφο της Θεομήτορος, τιμώμενο εκεί επί Σωφρονίου Ιεροσολύμων (+638). Ευκαιριακά να πούμε εδώ ότι όσον αφορά  στον ρωμαιοκαθολικό θρύλο που γεννήθηκε το έτος 1891 κατόπιν «οραματισμών» ότι δήθεν η Παναγία μαζί με τον Ιωάννη μετέβησαν και κατοίκησαν στην Έφεσο.  Είναι ένας άριστος τουριστικός προσκυνηματικός τρόπος για την ανάπτυξη του τουρισμού στην περιοχή. Σύμφωνα με το όραμα, η ίδια η Θεοτόκος ζήτησε να ανοιγεί τάφος στο χωριό Kapulu, τρία χιλιόμετρα από την Έφεσο, για να δεχθεί το άγιο σκήνωμά της. Σοβαροί ρωμαιοκαθολικοί ερευνητές όπως ο C. Kopp, διαβεβαιώνουν ότι κανένα σχετικό ίχνος δεν αναυρέθηκε εκεί. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μετέβη ασφαλώς στην Έφεσο όμως μόνος μετά την αποβίωση της Μαρίας. Έτσι, καμία επίσημη μαρτυρία δεν έχουμε από τα βιβλία της Κ.Δ, περί του τέλους κατά άνθρωπο, της Μαρίας και ακόμη καμία ιστορική παράδοση δεν παρέχει πληροφόρηση περί του γεγονότος της κοίμησης μέχρι της εποχής του αγίου Επιφανίου Κύπρου. Όσα εφεξής  λέγονται περί της Παναγίας βρίσκονται στην εκκλησιαστική λαϊκή συνείδηση η οποία καθιέρωσε και το Δεκαπενταύγουστο ως ημέρα της «κοιμήσεως της Θεοτόκου» ήδη από τα μέσα του Ε΄αιώνα. Η ημερομηνία αυτή προήλθε από τον τοπικό εορτασμό στο ναό της Γεθσημανή, όπου εθρυλείτο ο τάφος της Παναγίας.

3: Η παράδοση για  την ταφή και τη μετάσταση της Θεοτόκου.  Όταν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό. Πήγε τότε ο Aγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα μου κοντά μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη». Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, ανέβηκε  στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος.    Αφού προσευχήθηκε η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Ευχαρίστησε τον Θεό. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Aγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Aγγελος, ένα κλαδί φοίνικα. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεββάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της. Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Aγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες.  Τότε η Θεοτόκος απευθήνθηκε σ’ αυτούς και είπε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου». Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».

Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της. Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει (Η παράδοση αυτή ανάγεται στον 12ο αι.). Έπειτα έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεθσημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων. Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής». Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία». Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.