Η ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

«Από τη φύση του ο άνθρωπος λαχταράει να μαθαίνει» («ΦΥΣΕΙ ΤΟΥ ΕΙΔΕΝΑΙ ΟΡΕΓΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» - ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ).

Στη σημερινή επικοινωνία με τους αναγνώστες της στήλης ας μου επιτραπεί να καταγράψω ορισμένες σκέψεις με την ευκαιρία μιας ραδιοφωνικής εκπομπής όταν άκουσα κάποιον να μιλάει  με άνεση και πειστικότητα «ξερόλα», «πανειδήμονα». Μιλούσε  από το ποδόσφαιρο και την ελληνορρωμαϊκή πάλη, μέχρι τη φυτολογία, τα πλανητικά συστήματα, το περιβάλλον του Αμαζονίου, την τρύπα του όζοντος, τις παθήσεις της καρδιάς, τα θηλαστικά της θάλασσας. Για όλο το επιστητό είχε άποψη ο ευλογημένος αυτός κύριος. Και σε κάποια στιγμή ρωτήθηκε από μια ακροάτρια αν πιστεύει στο Θεό. Ερώτηση άλλωστε αναμενόμενη σε ελεύθερες συζητήσεις. Εκείνος σαν να ήξερε ότι κάποιος θα του έθετε μια τέτοια ερώτηση, πήρε ύφος  και να τι της απάντησε: «πιστεύω βέβαια, αλλά με το δικό μου τρόπο. Πιστεύω ό,τι βλέπω, ό,τι μπορώ να καταλάβω με το μυαλό μου, είμαι πιστός οπαδός του «άπιστου Θωμά». Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι είναι η γνώση του Θεού από τον άνθρωπο. Είναι για μένα πράγματα ακαταλαβίστικα».


Δεν είναι λίγοι εκείνοι .που λένε πως πιστεύουν, αλλά έχουν τόση θολή και ασαφή εικόνα για τις δυνατότητές τους ώστε να νομίζουν ότι διαθέτουν υπεράνθρωπες δυνάμεις στα χέρια και στο νου τους, ότι είναι πραγματικοί Aτλαντες της γνώσης και της τεχνικής.  Αξίζει λοιπόν τον κόπο να συζητήσουμε πάνω στο θέμα της Γνώσης με την ανθρώπινη διάστασή της και με την έννοια της Γνώσης του Θεού. όπως αυτή αποκαλύπτεται στον άνθρωπο φυσικά και υπερφυσικά. Μια ψύχραιμη ενδοπερισκόπηση του «είναι» μας αρκεί για να πούμε ότι ο άνθρωπος μπροστά και μέσα στον κόσμο που τον περιβάλλει έχει τρία φανερά, τρία δεδομένα: Από τη μια το περιεχόμενο και το προϊόν των αισθήσεων, έπειτα τις αποκτηθείσες γνώσεις και τέλος τις αμετακίνητες αρχές και «κατηγορίες» του νου. Όλα τα άλλα του είναι αφανή και άγνωστα, απρόσιτα και σκοτεινά. Με αυτούς τους όρους εισέρχεται στον αγώνα για να φωτίσει το αίνιγμα του κόσμου και να αυτοπραγματωθεί. Να θυμηθούμε εδώ την προτροπή του Σόλωνα: «αυτά που δεν φαίνονται και είναι άγνωστα με αυτά που φαίνονται να συμπεραίνεις». Στον τομέα της κατάκτησης και της τεκμηρίωσης του αφανούς και αγνώστου ο επιστήμονας γνωρίζει ποια όπλα έχει στη διάθεσή του και πώς πρέπει να τα χρησιμοποιήσει. Συλλέγει εμπειρικά δεδομένα, κάνει παρατηρήσεις, αλλά δεν παραδίδεται σε αυτά. Τα παραδίδει στην κριτική και στη συνθετική δύναμη της νόησης. Κατά τη διαδικασία ελέγχου της αλήθειας, καταφεύγει στο πείραμα. Στηρίζεται σε αυτό αλλά δε δεσμεύεται από αυτό. Είναι έτοιμος να αναθεωρήσει ό,τι γνωρίζει, αν χρειαστεί. Aλλωστε, η επιστήμη δεν έχει αυθεντίες. Αυτοελέγχεται και αυτορρυθμίζεται. Κι έτσι προοδεύει και ανελίσσεται. Πίσω από τις αισθήσεις κινείται ο νους. Κι αν ακόμη μια λανθασμένη γνώση βρει φωλιά στο νου, ο κριτικός έλεγχος θα επανέλθει αμείλικτος. Το φως του νου με τα υπέρτατα φανερά αγωνίζεται να φωτίσει και να συμπεράνει τα άγνωστα και αφανή. Φορέας και εκφραστής αυτής της αιώνιας τιτανικής πάλης προς το άγνωστο, την πλάνη και το μυστήριο είναι ο επιστήμονας. Γιγάντιες είναι οι δυσκολίες, ωκεάνιο είναι το βάθος του αγνώστου, αλλά και απύθμενο είναι τα πάθος του επιστήμονα για γνώση και ερμηνεία του κόσμου των φυσικών φαινομένων και της ζωής. Έστω κι αν ό,τι ξέρει είναι ένα Τίποτε σε σύγκριση με αυτό που Αγνοεί, ο αγωνιστής και διεκδικητής της αλήθειας δεν αποθαρρύνεται. Αγωνίζεται να εκπορθήσει τα τείχη των προβλημάτων. Είναι η αιώνια μοίρα του ανθρώπου να «ορέγεται του ειδέναι». Έξω όμως και πέρα από τον φυσικό κόσμο, αναγνωρίζεται και μορφοποιείται και υπάρχει ο ιστορικός κόσμος. Δεν πρόκειται για την περιοχή του φαινομένου με τη νομοτέλεια και την αναγκαιότητά του, αλλά του προσώπου με την ελευθερία του. Αυτού του κόσμου πλάστης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Ενώ η φύση προσφέρει στην αίσθηση ως φανερό το φαινόμενο, η Ιστορία προσφέρει στην έρευνα το μνημείο. Εργαλείο κατανόησης του φυσικού φαινομένου είναι οι προηγηθείσες γνώσεις και εμπειρίες, στην Ιστορία δε οι προηγηθείσες ερμηνείες της. Το άγνωστο και το αφανές στη φύση είναι οι δεσμευτικοί νόμοι της, στην Ιστορία όμως είναι η ελευθερία του πνεύματος. Όμως παρά τις διαφοροποιήσεις, ο αγώνας είναι ο ίδιος: να αποκαλυφθεί το άγνωστο και να τεκμηριωθεί το αφανές. Κι ο άνθρωπος που διψάει να μάθει ζητάει να βρει το νόημα του παρελθόντος του μέσα από αγγεία, από αγάλματα, ναούς και τάφους, από όπλα και χειρόγραφα. Το αίνιγμα του χθες πρέπει να φωτισθεί. Χωρίς να φείδεται του χρόνου που διαθέτει ο σκαπανέας του ιστορικού παρελθόντος μένει με την ικανοποίηση ότι το ιστορικό αφανές, έστω κατ’ ελάχιστον, φωτίσθηκε. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι ο άνθρωπος δεν είναι ο ψυχρός  ερευνητής του παρελθόντος, αλλά και ο δημιουργός της ιστορίας του. Είναι ο σχεδιαστής του αύριο. Η πραγματικότητα όμως του ανθρώπου δεν εξαντλείται με το φυσικό και ιστορικό κόσμο. Μένει ακόμα ένας άλλος κόσμος. Ο εσωτερικός. Η ψυχή. Η ιδέα. Τα φανερά και γνωστά σε αυτόν τον κόσμο είναι τα προσωπικά βιώματα και οι αισθητικές εμπειρίες, ο πόθος της ελευθερίας, η ροπή προς το ωραίο και το αγαθό. Ως φανερά σε αυτήν την περιοχή της ύπαρξης μπορούν να ληφθούν οι συγκλονιστικές μαρτυρίες άλλων ανθρώπων, οι εξομολογητικές καταθέσεις ανερευνητών του «είναι» τους, όπως ο Σωκράτης, ο Απόστολος Παύλος, ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Γ. Σεφέρης. Τέλος ο νους, ως ύστατο και απόλυτο φανερό, δεν διαχέεται μόνο προς τη φύση, δεν βυθίζεται μόνο στην Ιστορία, αλλά επιστρέφει στον εαυτό μας, ενδοσκοπεί και περισκοπεί την ύπαρξη. Με αυτά τα φανερά και δεδομένα και γνωστά επιδιώκεται συνειδητά η βίωση του αφανούς του εαυτού μας. Είναι η προσδοκώμενη ιερή στιγμή της αυτοπραγμάτωσης, η δελφική εντολή του <γνώθι σαυτόν>. Μυστηριώδες λοιπόν και ανερμήνευτο είναι το φαινόμενο: ο άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα ο ίδιος το πρόβλημα και η δυνατότητα επίλυσής του. Το διαχρονικό ερώτημα «ποιος είμαι;» και συνάμα οι απαντήσεις του. Αυτοβυθίζεται στο ωκεάνειο βάθος της συνείδησης, για να μάθει τις πτυχές του «είναι» του. Αγωνίζεται να υποτάξει το άγνωστο που είναι ο ίδιος ο εαυτός του με την τραγική εσωτερική του γνώση. Χωρίς αυτόν τον αγώνα και την ασταμάτητη διαπάλη ενάντια στο πάθος και στο ένστικτο, στην πλάνη και στον φανατισμό, ο άνθρωπος δεν θα ήταν αντάξιος του ονόματος και της μοίρας του, ικανός να ζήσει, να οικοδομήσει πολιτισμό. Από όλα αυτά συμπεραίνεται πως ο άνθρωπος παντού και πάντοτε αγωνίζεται στη φύση, στην ιστορία, στα μύχια της ύπαρξής του, προκειμένου να ερμηνεύσει τα φαινόμενα της φύσης και της ζωής, να ανακαλύψει τη σωστότερη πορεία στον ιστορικό χρόνο, να βιώσει την αλήθεια, την ηθική και την αίσθηση του απολύτως ωραίου.

Όλα αυτά όμως αλλάζουν και χάνονται στην αναφορά τους προς τον Θεό. Η φύση, η ιστορία, η ψυχή αποτυπώνουν το υπερτέλειο μεγαλείο Του, τη Σοφία και την Αγάπη του. Όλα είναι νεύματα που σηματοδοτούν την παρουσία Του στον κόσμο, στην ιστορία, στην καρδιά μας. Όλα ψιθυρίζουν το όνομά Του! ‘Ολοι μαζί διομολογούμε στο Σύμβολο της πίστης μας «Πιστεύω εις ένα Θεόν…». Έγινε λοιπόν κατανοητό ότι ο νους μας είναι το φως που μας οδηγεί στη φυσική γνώση, στην αποκάλυψη του Θεού μέσα και από τη Φύση. Διαβάζουμε την επαγωγική σκέψη της Σοφίας Σολομώντος «εκ γαρ μεγέθους και καλλονής κτισμάτων αναλόγως ο γενεσιουργός αυτών θεωρείται» (13:5). Στο ίδιο επίπεδο, ο Παύλος δίνει μια θαυμάσια απάντηση σε όλους όσοι αμφιβάλλουν για την ύπαρξη, τη σοφία, τη δύναμη του Θεού που αντί να τον γνωρίσουν μέσα από την δημιουργία και να τον δοξολογήσουν ως Θεό, αυτοί στράφηκαν προς τα είδωλα, ακολούθησαν λαθεμένο δρόμο (Προς Ρωμαίους 1:20). Επιπρόσθετα, ο Θεός αποκαλύπτεται στην παγκόσμια πανανθρώπινη συνείδηση, όπως διδάσκει ο Παύλος (Προς ρωμαίους 2:14-15). Ο Θεός τέλος φανερώνεται μέσα και από την Ιστορία της ανθρωπότητας, όπως δίδαξε ο Απόστολος των Εθνών  στα Λύστρα, στην Αθήνα από τον Aρειο Πάγο (Πράξεις 14:15-17, 17:26-28). Μια τέτοια όμως φυσική γνώση του Θεού είναι μεν «κατά το είδος», όπως λέμε στην αριστοτελική φιλοσοφία, έμμεση, «κατά περιεχόμενο» ανάλογη και ως προς την τελειότητα άνιση και ατελής γνώση, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις αληθινή. Είναι μια ατελής, θολή προσέγγιση στην ύπαρξη, στα ιδιώματα και εν μέρει στην ουσία του Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος με το βλέμμα στον Ουρανό, με αγνή καρδιά και με καθαρό νου μπορεί να αναχθεί στην υπερκόσμια σφαίρα της Θεότητας. Στην Ορθόδοξη όμως Θεολογία μαζί με την φυσική γνώση του Θεού προστίθεται η υπερφυσική αποκάλυψη του Θεού μέσα από τις Aγιες Γραφές και την Ιερή Παράδοση. Η προσέγγιση όμως στον Θεό με τη  θεία αποκάλυψη δεν γίνεται μέσα από τις αισθήσεις ακόμα και τη διαίσθηση, αλλά μέσα από την Πίστη, την τυφλή αποδοχή όλων των προσδοκώμενων πραγμάτων και ο έλεγχος όλων των μη βλεπομένων οντοτήτων. Και το αποκορύφωμα της υπερφυούς αποκαλύψεως είναι η ενανθρώπηση του ίδιου του Θεού  και Λόγου, ο οποίος συμπλήρωσε, αποκαθάρισε, διαφώτισε και πλούτισε τη φυσική Γνώση του Θεού. Τώρα πια ο άνθρωπος μπορεί να ξέρει ό,τι μπορούσε να γίνει προσιτό στο νου μας, γύρω από την ουσία και τα ιδιώματα του Θεού με υπερφυσικές αλήθειες, που διαφορετικά θα ήταν απρόσιτες στον φυσικό νου του ανθρώπου. Ποιος θα μπορούσε να μιλήσει πριν για τον Τριαδικό του Θεού, για τα ιδιώματα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, περί της αμώμητης Κυρίας Θεοτόκου, περί της υπέρτατης Αγάπης του Ιησού για τον άνθρωπο; Από όλες τις σκέψεις που πιο πάνω καταγράφθηκαν συνάγεται ότι ο άνθρωπος δεν έχει απόλυτη και τέλεια γνώση του Θεού, αλλά ούτε και παντελή άγνοια. Έχει περιορισμένη, σχετική και ατελή γνώση, την οποία πορίζεται από τη φυσική και υπερφυσική αποκάλυψη αυτού του ίδιου του Θεού.