Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΜΑΣΟΝΙΑ

 

Aραγε πώς συμβαίνει να αναμειγνύεται συνωμοτικά το όνομα της Μασονίας κάθε φορά που γίνεται λόγος για κάποια μεταρρύθμιση στο εθνικό δικαιϊκό σύστημα, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες και πρόσφατα με την περίπτωση της κατάθεσης στη Βουλή από τον υπουργό Δικαιοσύνης του νομοσχεδίου για το συμβόλαιο ελεύθερης συμβίωσης, κι ακόμα η θεώρηση από το υπουργείο παιδείας και θρησκευμάτων ότι το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία είναι προαιρετικό υπό ορισμένες συνθήκες, ότι δηλαδή κάτω από τέτοιες πρωτοβουλίες κρύβεται μια ύποπτη μυστική οργάνωση, ο δάκτυλος των μασόνων που όλοι αυτοί επιδιώκουν να διαλύσουν την ελληνική παραδοσιακή οικογένεια και το χριστιανικό γάμο, να υπονομεύσουν την εκκλησία και να επιβάλουν το δικό τους σύστημα ηθικής και φιλοσοφίας; Ας δούμε όμως από πού εκπορεύεται μια τέτοια καχυποψία ορισμένων πολιτών. Aραγε ένας τέτοιος φόβος   ανταποκρίνεται σε κάποια ιστορική πραγματικότητα και είναι ως εκ τούτου δικαιολογημένος;

Να πούμε εκ των προτέρων ότι η μασονία ήταν και εξακολουθεί να είναι το κόκκινο πανί για την χριστιανική εκκλησία και θεωρήθηκε τόσο από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όσο και από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ασυμβίβαστη προς την χριστιανική πίστη και ηθική. Συγκεκριμένα, ο πάπας Κλήμης ΙΒ’ κατά το έτος 1738 αφόρισε την οργάνωση αυτή. Το 1754 ο αφορισμός αυτός ανανεώθηκε. Ακολούθησαν διωγμοί και εκ μέρους της Πολιτείας. Στη Γαλλία ο μασονισμός συνδέθηκε με την άρνηση τού Θεού. Από την άλλη, από μέρους της μασονίας καταβλήθηκε προσπάθεια να αποβληθεί η Εκκλησία από την δημόσια ζωή. Μάλιστα ο πάπας Λέων 16ος με την βούλα  Humanum Genus (1884), χαρακτήρισε τη μασονία ως αντιεκκλησία, που ιδρύθηκε από τη ζηλοφθονία του Διαβόλου, με επίκεντρο την έχθρα εναντίον του Χριστού και της Εκκλησίας Του. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι στην ίδια παπική βούλα υποστηρίζεται, ότι οι μασόνοι θέλουν να υποβιβάσουν το γάμο σε συνήθη συμβόλαιο ελεύθερης συμβίωσης (Αλήθεια, σας θυμίζει κάτι αυτή η παπική εκδοχή;), να χωρίσουν την Εκκλησία από την Πολιτεία και να απωθήσουν τη χριστιανική διδασκαλία από τη δημόσια ζωή (Αλήθεια, σας θυμίζουν αυτά τα προφητικά λόγια του πάπα όσα ακούγονται και διαθρυλούνται στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό;). Ο Codex Juris Canonici, το Κανονικό Δίκαιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (1917), προβλέπει για τους μασόνους τον αφορισμό. Μετά την Β’ Σύνοδο του Βατικανού, το 1974, η Cogregatio Fidei (Η Επιτροπή Πίστεως) καθόρισε πως οι νόμοι για τους μασόνους ισχύουν στην περίπτωση που κάποιος προέβη πράγματι σε αντιεκκλησιαστική ενέργεια. Όμως η Γερμανική Επισκοπική Σύνοδος καθόρισε το 1986 πως η ταυτόχρονη συμμετοχή στην Καθολική Εκκλησία και στη μασονία είναι απαράδεκτη και αποκλείεται. Ο νέος Codex Juris Canonici (1983) δεν αναφέρεται ονομαστικά στη μασονία, αλλά γενικά στη συμμετοχή των Καθολικών σε εταιρείες, που δρουν εναντίον της Εκκλησίας.

Παρόμοιες με τις θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας έναντι του Μασονισμού έχει και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Αναλυτικότερα, στο θέμα της μασονίας η Εκκλησία της Ελλάδος έλαβε επίσημη θέση και μάλιστα δύο φορές. Αρχικά, η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ασχολήθηκε με το θέμα αυτό κατά την συνεδρία της 7ης ‘Οκτωβρίου 1933 και εξέδωσε ειδική «Πράξη» (Περιοδικό «Εκκλησία», 48/1933, σσ. 37-39). Το κείμενο αυτό κάνει λόγο περί «διεθνούς μυητικού οργανισμού» και «μυσταγωγικού συστήματος, όπερ υπομιμνήσκει τας παλαιάς εθνικάς μυστηριακάς θρησκείας ή λατρείας, από των οποίων κατάγεται και των οποίων συνέχειαν και αναβίωσιν αποτελεί». Το κείμενο αναφέρεται σε μαρτυρίες μασονικών κειμένων και κατοχυρώνει τη θέση της «εκ των εν ταις μυήσεσιν δρωμένων και τελουμένων». Για τη μύηση στον τρίτο βαθμό αναφέρεται πως αποτελεί «δραματικήν αφήγησιν του θανάτου του πάτρωνος της μασονίας Χιράμ και είδος τι μιμητικής επαναλήψεως του θανάτου τούτου. Ούτως η Μασονία αποδεδειγμένως τυγχάνει θρησκεία μυστηριακή, όλως διάφορος, χωρισμένη και ξένη της Χριστιανικής Θρησκείας». Η Μασονία, λέγει στη συνέχεια το κείμενο, έχει θρησκευτικές τελετές, όπως το τεκτονικό βάπτισμα, ο τεκτονικός γάμος, το τεκτονικό μνημόσυνο, τα εγκαίνια του τεκτονικού ναού κ.α. Έχει μυήσεις, τελετουργικά τυπικά, δική της ιεραρχική τάξη, εορτές ηλιοστασίων, θρησκευτικά συμπόσια και μπορεί να καταταχθεί στο χώρο της θρησκευτικής φυσιολατρίας. Η Ιερά Σύνοδος κατηγορεί τη μασονία για συγκρητισμό, πράγμα που επιβεβαιώνει την καταγωγή της από τα αρχαία ειδωλολατρικά μυστήρια, τα οποία δέχονταν στις μυήσεις των κάθε λάτρη, οποιουδήποτε θεού. Με το να ζητεi η μασονία να συμπεριλάβει στους κόλπους της ολόκληρη την ανθρωπότητα, με την υπόσχεση πως θα της προσφέρει «ηθικοποίησιν και τελειοποίησιν και γνώσιν της αληθείας, ανυψοί ανεπαισθήτως εαυτήν εις είδος τι υπερθρησκείας, θεωρούσα πάσας τας θρησκείας, μηδέ της χριστιανικής τοιαύτης εξαιρουμένης ως υποδεεστέρας αυτής. Υποτρέφει δε ούτω εις τους μύστας αυτής το φρόνημα, ότι μόνον εν τοις μασονικοίς εργαστηρίοις γίνεται η κατεργασία και λείανσις του αξέστου και ακατεργάστου λίθου».

Οι αξιώσεις της μασονίας περί υπερθρησκείας αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι δημιουργεί μια αδελφότητα, την οποία θεωρεί ότι εξυψώνεται πάνω από κάθε άλλη που βρίσκεται έξω, ακόμη κι αν πρόκειται για χριστιανική, ως αδελφότητα που αποτελείται από βέβηλους. Με τη μασονική μύηση ο χριστιανός γίνεται αδελφός του μυημένου οθωμανού ή βουδιστή ή οποιουδήποτε ορθολογιστή, ενώ ο χριστιανός που δεν έχει μυηθεί στη μασονία λογίζεται γι’ αυτόν βέβηλος. Αντίθεση προς τη χριστιανική πίστη συνιστά επίσης και η φυσική ηθική, που υιοθετείται από τη μασονία. H χριστιανική πίστη περιορίζει τον ανθρώπινο λόγο στα όρια της θείας αποκαλύψεως και οδηγεί στον αγιασμό ως αποτέλεσμα της χάριτος τού Θεού. Αντίθετα η μασονία στηρίζει το ηθικό της οικοδόμημα «επί μόνων των φυσικών δυνάμεων του ανθρώπου, προς φυσικούς όλως κατατείνουσα σκοπούς». Η «Πράξις» της Ιεραρχίας αναφέρεται στην καταδικαστική στάση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και των Προτεσταντικών Εκκλησιών και μνημονεύει τη σχετική αναφορά της «Διορθοδόξου Επιτροπής» που συνήλθε στο Aγιο Όρος και χαρακτήρισε τη μασονία ως σύστημα αντιχριστιανικόν και πεπλανημένον». Σύμφωνα με τη θέση που πήρε ο τότε Αρχιεπίσκοπος της Ελλάδος Χρυσόστομος, και η οποία υπογραμμίζεται στην «Πράξιν», κληρικοί που μετέχουν της μασονίας είναι άξιοι καθαιρέσεως. Η απόφαση αυτή της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ανανεώθηκε με μία νέα, που ελήφθη κατά την 28ην Νοεμβρίου 1972 και χαρακτηρίσθηκε «αυθεντικό κείμενο αυτής». Γι’ αυτό και η Ιεραρχία «εμμένει απολύτως εις τα εν τη Πράξει οριζόμενα περί Μασονίας. Διακηρύσσει και αύθις ότι η Μασονία είναι αποδεδειγμένως θρησκεία μυστηριακή, προέκτασις των παλαιών ειδωλολατρικών θρησκειών, όλως ξένη και αντίθετος προς την εξ αποκαλύψεως σωτηριώδη αλήθειαν της Αγίας ημών Εκκλησίας. Διαδηλοί κατηγορηματικώς ότι η ιδιότης του  Μασόνου υπό οιανδήποτε μορφήν είναι ασυμβίβαστος προς την ιδιότητα του χριστιανού μέλους τού Σώματος τού Χριστού». Η νέα αυτή απόφαση μνημονεύει και επαινεί την υπ’ αριθ. 260/1.12.1969 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η μασονία καταδικάσθηκε «ως θρησκεία μυστική, μη γνωστή», καθώς και την ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου, που δημοσιεύθηκε στη «Φωνή τού Κυρίου» (13.5.1970), όπου η μασονία στηλιτεύεται ως θρησκεία.

Κλείνοντας το θέμα περί μασονίας, παρατηρούμε πως κατά τον ισχυρισμό των μασόνων, τουλάχιστον του «κανονικού συστήματος», η μασονία δεν είναι θρησκευτική κίνηση και δεν διαθέτει διεθνείς ιεραρχικές δομές. Αλλά ακόμη κι αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, το μασονικό οικοδόμημα δεν συμβιβάζεται με την χριστιανική πίστη.