Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΛΕΓΜΑ ΑΔΗΛΟΤΗΤΑΣ

 

Προσεγγίζοντας την αγία εορτή των Χριστουγέννων θα ασχοληθούμε με δύο συναφή ζητήματα. Το ένα ζήτημα αναφέρεται στην ετυμολογία της λέξης «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ», το άλλο αφορά την προσέγγιση του ιστορικού χρόνου της Γέννησης του Ιησού Χριστού, αν συμπίπτει δηλαδή με την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου, 2008 χρόνια πριν από σήμερα,  ημέρα που όλη η Χριστιανοσύνη έχει θεσπίσει να εορτάζει και να πανηγυρίζει αυτό το θεοπρεπές και κοσμοσωτήριο γεγονός της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου. 1. Για την πρώτη περίπτωση έχουμε να πούμε τα εξής: Η λέξη «Χριστούγεννα» είναι σύνθετη, «Χριστού+γέννα». Θα περίμενε κανείς, η λ. Χριστούγεννα να είναι θηλυκού γένους και να βρίσκεται στον ενικό αριθμό. Και όμως λέμε τα Χριστούγεννα, δηλαδή έχουμε αλλάξει το γένος και από θηλυκό έγινε ουδέτερο. Το γλωσσολογικό αυτό φαινόμενα ονομάζεται «συναρπαγή», σύμφωνα με άλλα ονόματα εορτών, όπως Θεοφάνια, Πύθια, Ίσθμια. Αξίζει στο σημείο να θυμηθούμε πως μέχρι τον 4ο αιώνα τα Χριστούγεννα συνεορτάζονταν με τα Θεοφάνια, στις 6 Ιανουαρίου κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ο χωρισμός Χριστουγέννων και Θεοφανίων στην Ανατολή επήλθε ειρηνικά, όπως μαρτυρεί ο Ιερός Χρυσόστομος. Η 25η Δεκεμβρίου θεωρείτο ήδη από τον 4ου π.Χ. αιώνα «Dies natalis Solis invicti» (=ημέρα γενέθλιος του αήττητου Ηλίου», του Θεού), δηλαδή του θεού Μίθρα. Έτσι, η ανθρωπότητα με τη Γέννηση του Θεανθρώπου βρήκε τον πραγματικό Μονοθεϊσμό, την Ανατολή των Ανατολών, τη θρησκεία του νοητού Ηλίου, τον εν Χριστώ ενανθρωπήσαντα Ένα Αληθινό μόνον Θεό, τον οποίο όλοι οι λαοί σε ανατολή και δύση αναζητούσαν.

2. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κάθε τόσο έρχονται στο φως διάφορες θεωρίες εκ των οποίων οι περισσότερες είναι καλόπιστες γύρω από τον χρόνο της Γέννησης του Χριστού πάντοτε βέβαια κατά προσέγγιση. Έτσι, και προ ολίγων ημερών διαβάσαμε στον Τύπο ότι, σύμφωνα με νεότερες έρευνες επιστημόνων, ο Ιησούς γεννήθηκε τον Ιούνιο και όχι τον Δεκέμβριο, όπως είναι το παραδεδεγμένο από τη χριστιανική Εκκλησία.  Ομάδα Αυστραλών αστρονόμων, χρησιμοποιώντας εξελιγμένα υπολογιστικά προγράμματα, προσδιόρισε ως ακριβή ημερομηνία κατά την οποία εκδηλώθηκε το αστρονομικό φαινόμενο -το οποίο πιστεύεται ότι είναι το αστέρι που εμφανίστηκε πάνω από τη Βηθλεέμ πριν από περίπου 2.000 χρόνια- τη 17η Ιουνίου!  Σύμφωνα με τους ερευνητές, το άστρο των Χριστουγέννων ήταν μια σπάνια «συνεύρεση» του φωτός της Αφροδίτης και του Δία. Οι πλανήτες είχαν πλησιάσει τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε έλαμπαν σαν ένα και μοναδικό «αστέρι», το οποίο εμφανίστηκε ξαφνικά. Όπως τονίζει ο επικεφαλής της ομάδας Ντέιβ Ρένεκε, οι επιστήμονες κατάφεραν να προσδιορίσουν επακριβώς όλα τα αστρονομικά φαινόμενα που ήταν ορατά από τη Βηθλεέμ πριν από περίπου 2.000 χρόνια και η πλανητική σύμπτωση της Αφροδίτης και του Δία στις 17 Ιουνίου είναι αυτό που εξηγεί καλύτερα την περίπτωση του άστρου της Βηθλεέμ. Χρησιμοποιώντας το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ως κείμενο αναφοράς, ο Ρένεκε υπολόγισε ότι το φαινόμενο εμφανίστηκε στο αστερισμό του Λέοντα στις 17 Ιουνίου του έτους 2 π.Χ. Στις δηλώσεις του, βέβαια, ο Ρένεκε έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «η ημερομηνία αυτή δεν είναι σίγουρα η σωστή, αλλά είναι αυτή που δίνει την καλύτερη εξήγηση στο αστέρι της Βηθλεέμ». Προηγούμενες θεωρίες έχουν υποθέσει ότι μπορεί να ήταν κάποιο σουπερνόβα ή ακόμα και κομήτης. Παρά τις αγαθές προθέσεις των ερευνητών, η χρονολογία της ζωής του Ιησού καλύπτεται από ένα πλέγμα αδηλότητας. Με απόλυτη βεβαιότητα δεν ξέρουμε ούτε τη μέρα ούτε το έτος της Γέννησης του Ιησού, ούτε πότε άρχισε η δημόσιά Του δράση, ούτε πόσο καιρό διήρκεσε αυτή, ούτε  το έτος και τη μέρα του θανάτου του. Μόνο στην τόλμη ενός Σκύθη μοναχού στον 4ο αιώνα, του Διονύσιου του Μικρού, που καθόρισε στο έτος 754 από κτίσεως Ρώμης, τη γέννηση του Χριστού οφείλουμε το σημερινό λαθεμένο υπολογισμό, κατά τέσσερα χρόνια, ώστε να λέμε ότι ο Χριστός γεννήθηκε το 4 π.Χ.!  Και ο μεν Διονύσιος για λόγους μυστικισμού όρισε την χρονολογία του, αλλά  στην πραγματικότητα η αμφιβολία μας έχει αιτία την έλλειψη ιστορικών μαρτυριών. Ό,τι ξέρουμε για τη ζωή του Θεανθρώπου μας έχει μεταδοθεί από την Κατήχηση της πρώτης εκκλησίας, από την οποία εξαρτώνται τα Ευαγγέλια’ αλλά ούτε η κατηχητική παράδοση ούτε τα Ευαγγέλια είχαν ποτέ τη φροντίδα να εκθέσουν μια βιογραφία του Ιησού με την έννοια που δίνουμε σήμερα στον όρο αυτό. Για μας σήμερα μια βιογραφία χωρίς καλά καθορισμένη εσωτερική και εξωτερική χρονολογία είναι σώμα χωρίς σκελετό, και το πρώτο πράγμα που προσέχουμε είναι οι ημερομηνίες. Οι Ευαγγελιστές όμως δεν φρόντισαν για το σκελετό, ακριβώς γιατί δεν απέβλεπαν να συντάξουν μια βιογραφία. Οι δύο Ευαγγελιστές που αναπτύσσουν την αφήγησή τους με τρόπο λιγότερο απομακρυσμένο από το βιογραφικό είδος είναι ο Λουκάς και ο Ιωάννης, οι οποίοι ακριβώς είναι οι λιγότερο φειδωλοί σε χρονολογική αναφορά, ο πρώτος για τα εξωτερικά γεγονότα, ο δεύτερος για εκείνα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού. Τα Ευαγγέλια και γενικότερα η Κατήχηση, της οποίας μας μεταφέρουν την ηχώ, απέβλεπαν στην εποικοδόμηση, στην πνευματική και όχι ιστορική μόρφωση. Χωρίς αμφιβολία, ήταν αναγκαίο για τον πνευματικό τους σκοπό να διηγηθούν γεγονότα και διδασκαλίες του Ιησού, αλλά δεν ήταν διόλου απαραίτητο να πλαισιώνουν την αφήγησή τους με ένα εμφανές και πομπώδες χρονολογικό πλαίσιο ή να το συνδέουν με εξωτερικά σύγχρονα γεγονότα. Να αποτολμήσουμε εδώ μια παρομοίωση: ο Ιησούς ήταν στην πρώτη περίοδο της χριστιανικής κοινότητας ο Πατέρας. Ο γιος θυμάται με ακρίβεια τα διάφορα γεγονότα της ζωής του πατέρα του, τις νουθεσίες του, τις εμπειρίες που του αφηγήθηκε. Λίγο τον ενδιαφέρει να αναφέρει την ακριβή μέρα, στην οποία συμπίπτει ένα τέτοιο γεγονός ή ειπώθηκε μια νουθεσία. Η αληθινή κληρονομιά που αφήνει στα παιδιά του ο πατέρας είναι τα κατορθώματα, οι πράξεις και οι νουθεσίες του, ενώ η προσθήκη χρονολογικών αναφορών μπορεί να είναι το πολύ ένα δείγμα πολυμάθειας. Γι’ αυτό η πρωτοχριστιανική Κατήχηση πρόσεξε περισσότερο την μετάδοση μιας γνήσιας θεολογικής κληρονομιάς και λιγότερο προσθήκες πολυμάθειας. Συνέλεξε γεγονότα και διδασκαλίες που εποικοδομούσαν το πνεύμα, χωρίς να ενδιαφέρεται πολύ για τις μέρες και τα χρόνια που θα ικανοποιούσαν την περιέργεια του νου. Ωστόσο οι δύο ευαγγελιστές, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, φρόντισαν κάποτε και για χρονολογίες, ακριβώς γιατί απέβλεπαν σε ιδιαίτερους σκοπούς, εκτός από εκείνους που είναι κοινοί στην Κατήχηση. Ο Λουκάς φαίνεται πως ενδιαφέρεται για τη γενική ιστορίας, γι’ αυτό προσφέρει το μοναδικό πολύ σαφές χρονολογικό δεδομένο που συνδέει τις ευαγγελικές του αφηγήσεις με τη μη χριστιανική ιστορία (κεφ. 3:1-2). Ο Ιωάννης πάλι δεν προσέχει στη μη χριστιανική ιστορία, αλλά θέλει να καθορίσει πολλά σημεία που οι προηγούμενοι Ευαγγελιστές άφησαν ακαθόριστα. Γι’ αυτό καθορίζει ακόμα και στην εσωτερική χρονολογία, τροφοδοτώντας σχετικά πολυάριθμα χρονολογικά στοιχεία. Ένα όμως στοιχείο απόλυτα βέβαιο για να καθορίσουμε με βάση τις καινοδιαθηκικές πηγές την ημερομηνία της γέννησης του Ιησού είναι ότι γεννήθηκε πριν από το θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου, δηλαδή πριν από το χρονικό διάστημα, το μεταξύ του τέλους Μαρτίου και των αρχών Απριλίου του έτους 750 από κτίσεως Ρώμης, το έτος 4 π.Χ., αφού είναι βέβαιο ότι ο Ηρώδης πέθανε σε κείνον τον καιρό. Αλλά πόσο καιρό πριν από το θάνατο του Ηρώδη γεννήθηκε ο Χριστός; Ανατρέχοντας σε διάφορα επιχειρήματα μπορέσαμε να καθορίσουμε μέσα σε ορισμένα όρια τον χρήσιμο χρόνο προ του 750 από κτίσεως Ρώμης. Ένα επιχείρημα μπορούμε να εξαγάγουμε από τη διαταγή του Ηρώδη να φονευθούν όλα τα βρέφη που γεννήθηκαν στη Βηθλεέμ «από διετούς και κατωτέρω» (Ματθ. 2:16), υπολογίζοντας να συμπεριλάβει το βρέφος Ιησού. Βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Ηρώδης θα πρόσθεσε περισσότερα χρόνια στη διαταγή του φόνου των παιδιών, για να μην του ξεφύγει ο Χριστός. Η διάρκεια αυτή της διετίας δεν ξεκινά από το θάνατο του Ηρώδη, αλλά από την επίσκεψη των Μάγων, οι οποίοι ακριβώς έδωσαν στον Ηρώδη τη βάση των υπολογισμών του. Οι Μάγοι όταν έφτασαν βρήκαν τον Ηρώδη στην Ιερουσαλήμ, ενώ εμείς ξέρουμε ότι ο γηραιός μονάρχης, άρρωστος και με κλονισμένη υγεία διέταξε να τον μεταφέρουν στη ζεστή Ιεριχώ όπου και απέθανε. Μπορούμε ακόμα να υποθέσουμε ότι η μεταφορά αυτή του Ηρώδη έγινε στα πρώτα κρύα του χειμώνα, με τα οποία έκλεινε το έτος 749 από κτίσεως Ρώμης, δηλαδή τέσσερις μήνες πριν από ο θάνατο του Ηρώδη. Το συμπέρασμα: ξεκινώντας από το δρόμο της ημερομηνίας του θανάτου του Ηρώδη μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μεγάλη ελαστικότητα των δύο ετών που όρισε ο Ηρώδης συμπληρώνει με τέτοιο τρόπο τους τέσσερις μήνες  και τα δύο διαστήματα ώστε υπολείπεται ακόμα κάποιο μικρό διάστημα χρόνου. Επομένως ο Ιησούς θα γεννήθηκε κάτι λιγότερο από δύο χρόνια πριν από το θάνατο του Ηρώδη, δηλαδή στο τέλος του έτους 748 από κτίσεως Ρώμης, το 6 π.Χ..