ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: ΔΕΝ ΕΝΑΙ ΚΑΚΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ

 

Στο Υπόμνημά του για την Προς Εβραίους Επιστολή του Παύλου (Ομιλία ΙΕ’) ο ιερός Χρυσόστομος καταφέρεται έντονα  εναντίον του γέλιου μέσα στην Εκκλησία: «Στέκεσαι και γελάς όπως οι κοσμικές γυναίκες, προκαλώντας τα γέλια σαν τις γυναίκες του θεάτρου; Αυτό τα ανέτρεψε όλα, αυτό τα κατέρριψε. Κατάντησαν τα δικά μας γέλως και πολιτισμός και αστειότητα. Τίποτα το σταθερό, τίποτα το στερεό. Δεν τα λέγω αυτά μόνο προς τους κοσμικούς άνδρες, αλλά γνωρίζω ποιους υπαινίσσομαι. Γέμισε η Εκκλησία από γέλωτα.  Αν ο τάδε πει κάποιο αστείο, αμέσως προκαλούνται γέλια σ' εκείνους που κάθονται. Και το θαυμαστό είναι ότι πολλοί δεν σταματούν να γελούν και κατά την ίδια την ώρα της ευχής. Παντού χορεύει ο διάβολος, όλους τους ντύθηκε, όλους τους εξουσιάζει.  Ατιμάσθηκε ο Χριστός, περιφρονήθηκε, δεν υπάρχει πουθενά η εκκλησία. Δεν ακούτε τον Παύλο που λέγει "αισχρότητα και μωρολογία και γελοιότητες ας εξαφανισθούν από σας"; Μαζί με την αισχρότητα αναφέρει τη γελοιότητα και συ γελάς; Μωρολογία τι είναι;  Εκείνα που δεν έχουν τίποτα χρήσιμο. Γελάς λοιπόν διαρκώς και φαιδρύνεις το πρόσωπό σου συ ο μοναχός; Γελάς, πες μου, συ που έχεις σταυρωθεί, συ που πενθείς; Πού άκουσες το Χριστό να το κάνει αυτό; Πουθενά, αλλά πόσες φορές ήταν σκυθρωπός. Πραγματικά, όταν είδε την Ιερουσαλήμ δάκρυσε, όταν σκέφτηκε τον προδότη ταράχτηκε και όταν επρόκειτο ν' αναστήσει τον Λάζαρο έκλαψε. Και συ γελάς; [...] Ο παρών καιρός είναι καιρός πένθους και θλίψεως, βασάνων και δουλαγωγίας, αγώνων και ιδρώτων, και συ γελάς;»

Κάπου ο Χρυσόστομος καταλαβαίνει ότι το παράκανε και βάζει λίγο νερό στο κρασί του: «Και τι κακό, λέγει, είναι το γέλιο; Δεν είναι κακό το γέλιο, αλλά κακό είναι όταν γίνεται πέρα από το μέτρο και άκαιρα. [...] Το γέλιο υπάρχει στην ψυχή μας, για να ανακουφίζεται κάποτε η ψυχή, όχι για να οδηγείται στη διάχυση. Αλλωστε και η επιθυμία υπάρχει μέσα στα σώματά μας και δεν πρέπει οπωσδήποτε επειδή υπάρχει να τη χρησιμοποιούμε ή να τη χρησιμοποιούμε πέρα από το μέτρο».

Απ' ό,τι φαίνεται, αυτή η εμμονή του Ιωάννη στο κλάμα είχε αποτυπωθεί και σε παρατσούκλια που του απηύθυναν οι σύγχρονοί του. Μας το λέει ο ίδιος: «Γνωρίζω ότι πολλοί με κατηγορούν, λέγοντας "αμέσως δάκρυα"». Αλλα εκείνος επιμένει: «Ας πενθήσουμε, αγαπητοί, ας πενθήσουμε για να γελάσουμε πραγματικά, για να νιώσουμε πραγματική ευφροσύνη κατά τον καιρό της ειλικρινούς χαράς». Φυσικά αυτή η «ειλικρινής χαρά» και τα γέλια μετατίθενται για την άλλη ζωή.

Αυτή η διδασκαλία κατά του γέλιου οδήγησε στη θέσπιση της απαγόρευσής του στο εσωτερικό των μοναστικών κοινοτήτων. Οι περισσότεροι κανονισμοί μονών προβλέπουν συγκεκριμένα επιτίμια (ποινές) για τους μοναχούς που παρασύρονται σε γέλια.

Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε ότι  στο γνωστό αστυνομικό μπεστ σέλερ του Ουμπέρτο Εκο «Το Όνομα του Ρόδου» που διαδραματίζεται στο εσωτερικό ενός μεσαιωνικού μοναστηριού,  το κύριο ζήτημα είναι οι φιλοσοφικές και θεολογικές διαφωνίες γύρω από το γέλιο.

Στην εκτενή συζήτηση μεταξύ του Γουλιέλμου της Μπάσκερβιλ και του γηραιού μοναχού Χόρχε του Μπούργκος, το τελικό επιχείρημα του Χόρχε εναντίον του γέλιου είναι και πάλι το γνωστό: «Ξέρετε ότι ο Χριστός δεν γελούσε». Ο Γουλιέλμος τον αμφισβητεί: «Δεν είμαι βέβαιος. Οταν καλεί τους Φαρισαίους να ρίξουν τον πρώτο λίθο, όταν ζητά να μάθει ποιος απεικονίζεται στο νόμισμα που θα δοθεί ως φόρος, όταν παίζει με τις λέξεις και λέει "Συ ει Πέτρος", πιστεύω ότι έλεγε πράγματα ευφυή που σπέρναν τη σύγχυση στους αμαρτωλούς και εμψύχωναν τους πιστούς του. [...] Ως και ο Θεός, λοιπόν, εκφράζεται με αστεϊσμούς για να σπείρει τη σύγχυση σ' αυτούς που θέλει να τιμωρήσει». Κλειδί του μυστηρίου στο μυθιστόρημα είναι -τι άλλο- μια φιλοσοφική πραγματεία για το γέλιο που θα εξαφανιστεί, γιατί όπως λέει ο Χόρχε: «Το γέλιο είναι η αδυναμία, η εξαχρείωση, η αηδία της σάρκας μας. [...] Το γέλιο αποσπά για μερικές στιγμές τον αγροίκο από τον φόβο. Μα ο νόμος επιβάλλεται με το δέος, του οποίου το αληθινό όνομα είναι "φόβος Θεού"». Ο Εκο δεν είναι, βέβαια, ο πρώτος λογοτέχνης που ασχολήθηκε με το ζήτημα. Σχολιάζοντας την «Ουσία του γέλιου και του κωμικού στη γλυπτική», ο κορυφαίος Γάλλος ποιητής (1821 -1867) και συγγραφέας.Καρλ Μποντλέρ παρατηρεί ότι σύμφωνα με τις Γραφές το «γέλιο είναι ένα καταραμένο στοιχείο που προέρχεται από το διάβολο και είναι ένα από τα πολλά κουκούτσια που περιέχονται στο συμβολικό μήλο». Ως απόδειξη αυτής της θέσης του ο Μποντλέρ επαναλαμβάνει κι αυτός ότι πουθενά ο Ιησούς δεν γελάει και παραπέμπει σε ανάλογες διαπιστώσεις πολλών ομοτέχνων του (Curiosités ésthétiques, 1855, Garnier, Paris 1969).

Και τώρα τι κάνουμε; Πρέπει -όσοι πιστεύουν- να τα βάψουν μαύρα και να σταματήσουν να γελούν;

Υπάρχει και η αισιόδοξη πλευρά. Επιμένοντας τόσο πολύ εναντίον του γέλιου, οι Πατέρες της Εκκλησίας και ειδικά οι θεωρητικοί του ασκητισμού απλώς πιστοποιούν το γεγονός ότι το γέλιο είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη ιδιότητα.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, εξισώνοντας το γέλιο με τον Σατανά οι θεολόγοι και οι μοναχοί εκείνης της περιόδου εκδηλώνουν την ουτοπική αισιοδοξία τους και την πίστη τους ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει τη σαρκική του υπόσταση. Καταπνίγοντας το γέλιο μέσα τους είναι σαν να νικούν τον Σατανά, έστω σ' αυτό το μικρό αλώνι του αγώνα τους. Τον Σατανά που τους κρατάει μακριά από τον Θεό, στην «κατάσταση της «πτώσης». Πόσο ρεαλιστικό είναι αυτό; Είναι θέμα απλής άσκησης; Ναι. Μας το διδάσκει ένα απλό παιδικό παιχνίδι που παίζαμε μικρά, όπου, θυμάστε, έχανε όποιος γελούσε πρώτος. Γνωρίζουμε ότι κάποια παιδιά άντεχαν περισσότερο στις γκριμάτσες και τους μορφασμούς του συμπαίκτη τους, μπορούσαν να κρατήσουν για πολύ χρόνο το γέλιο  κάτω από τα χείλη τους, αλλά στο τέλος όλοι γελούσαν!