Ο «ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ» ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

Κωμικοί ηθοποιοί που έμειναν διαχρονικοί μύθοι όπως ο Μπομπ Χόουπ, ο Λουί ντε Φινές και ο Αλμπέρτο Σόρντι, για να περιοριστώ στους πιο γνωστούς ξένους παραγωγούς άφθονου γέλιου αλλά και οι δικοί μας υπέροχοι κωμικοί ο Ντίνος Ηλιόπουλος, Νίκος Ρίζος, Κώστας Βουτσάς, ο Χατζηχρήστος και τόσοι άλλοι ηθοποιοί, των οποίων οι παραστάσεις και οι κινηματογραφικές ταινίες όσο παλιές κι αν είναι δεν σταματούν να προκαλούν γέλιο και  χιούμορ σε χιλιάδες ανθρώπων που απολαμβάνουν τις ερμηνείες των κωμικών ρόλων που υποδύονται. Για μας το γέλιο φαντάζει κάτι το φυσικό, το χαλαρωτικό, θυμίζει ξεγνοιασιά, κέφι, γλέντι, έξω καρδιά, υγεία και δεδομένο μακροημέρευσης. Κι όμως, πίσω από μας, στον αρχέγονο χριστιανισμό και στα χρόνια των Πατέρων της Εκκλησίας και στις πρωταρχές του Μοναστικού Κινήματος και του Αναχωρητισμού διαπιστώνουμε πως η Χριστιανική Εκκλησία επιδείκνυε πολλή μικρή ανοχή στο ζήτημα του γέλιου: οι πατέρες και οι άγιοι ασκητές το θεωρούσαν με βάση τη βιοθεωρία τους ως ψυχική αδυναμία, απότοκο του αρχικού αμαρτήματος των Πρωτοπλάστων, έργο και επενέργεια του Σατανά πάνω στον άνθρωπο. Είναι πάντως γεγονός ότι μια τέτοια παραδοχή προήλθε στον πρώιμο Χριστιανισμό από το παράδειγμα του ίδιου του Ιδρυτή του, τον Ιησού, ο οποίος, σύμφωνα με τη διατύπωση πολλών Πατέρων της Εκκλησίας, «δεν γέλασε ποτέ».  Όπως εξηγεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τόσο τα Ευαγγέλια, όσο και οι Πράξεις και οι Επιστολές, αντιμετωπίζουν εντελώς αρνητικά την υπόθεση «γέλιο». Τα πράγματα στην Καινή Διαθήκη παίρνουν μια αυστηρότερη μορφή. Το γέλιο είναι παρόν, αλλά κυρίως ως ειρωνεία και κοροϊδεία εκείνων που δεν πιστεύουν στον Ιησού και τη διδασκαλία του. Τον περιγελούν όταν τους λέει ότι η κόρη του άρχοντα δεν πέθανε αλλά κοιμάται (Κατά Ματθαίον, 9:24). Τον κοροϊδεύουν οι στρατιώτες του Πιλάτου, γονατίζουν μπροστά του και λένε «Ζήτω ο βασιλιάς των Ιουδαίων» (Κατά Ματθαίον, 27:29).

Η διδασκαλία του Ιησού είναι σαφής επ' αυτού: «Μακάριοι εσείς που τώρα κλαίτε γιατί θα χαρείτε [...] Αλίμονο σ' εσάς που τώρα γελάτε, γιατί θα θρηνήσετε και θα κλάψετε» (Κατά Λουκάν, 6:21-25). Πουθενά στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται ο Ιησούς να γελάει, ενώ αλλού κλαίει: «Τότε ο Ιησούς δάκρυσε», (Κατά Ιωάννην 11:35), αλλού τρώει: «Τα πήρε και τα έφαγε μπροστά τους», (Κατά Λουκάν, 24:43), αλλού πίνει: «Ο Ιησούς της λέει, "δώσε μου να πιω"», (Κατά Ιωάννην, 4:7) ή κοιμάται: «Ο Ιησούς ήταν στην πρύμνη και κοιμόταν πάνω σ' ένα μαξιλάρι», (Κατά Μάρκον, 4:38).

Υπάρχουν, όμως, και ορισμένες ενδείξεις ότι αυτή η εικόνα ενός σοβαρού και αγέλαστου δασκάλου είναι πλασματική και οφείλεται στο γεγονός ότι στα Ευαγγέλια περιγράφεται μόνο η δημόσια δράση του Ιησού τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του και η πορεία του προς το εκούσιο πάθος, γεγονός που επέβαλε στους Ευαγγελιστές να αυτολογοκριθούν και να αποσιωπήσουν τις πιο χαλαρές πλευρές του χαρακτήρα Του.

Προς αυτή την κατεύθυνση συντείνει και η μαρτυρία του Ευαγγελιστή, ο οποίος αντιπαραβάλλει την εικόνα ενός γλεντζέ Ιησού προς εκείνη του ασκητή Προδρόμου: «Ηρθε ο Ιωάννης, που δεν έτρωγε και δεν έπινε και είπαν "είναι δαιμονισμένος". Ηρθε ο Υιός του Ανθρώπου, που τρώει και πίνει, και λένε "φαγάς και οινοπότης είν' αυτός"» (Κατά Ματθαίον, 11:18).

Αλλά και το πρώτο θαύμα που αναφέρεται στα Ευαγγέλια δεν είναι άλλο από τη δημιουργία κρασιού από νερό για τις ανάγκες του γλεντιού στον γάμο της Κανά (Κατά Ιωάννην, 2:6).

Από την άλλη μεριά, η εικόνα του αγέλαστου Ιησού συνδέεται περισσότερο με την παράδοση του θείου παιδιού. Απαιτεί ασφαλώς σοβαρότητα η εικόνα του δωδεκάχρονου Ιησού που συζητούσε με τους νομοδιδάσκαλους στον Ναό (Κατά Λουκάν, 2:40) και επιτιμούσε με αυστηρότητα τους γονείς του που ανησυχούσαν γι' αυτόν.

Αποφασιστικό ρόλο για την εξέλιξη της διδασκαλίας του Ιησού έχει παίξει η κωδικοποίηση του δόγματος που πραγματοποιήθηκε με τις ¶γιες Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας  μέχρι τον 9ο αιώνα. Οι έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας είναι σαφείς και κατηγορηματικοί σε ό,τι αφορά το γέλιο. Δεν πρέπει ο χριστιανός να χασκογελάει, να ξεκαρδίζεται στα χέλια, τα τρελαίνεται στις επευφημίες, να κατέχεται από άμετρο γέλωτα. Το γέλιο καταδικάζεται αποφασιστικά ως προϊόν του διαβόλου! Να σταθούμε λοιπόν στα λόγια τριών μεγάλων και σοφών Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας: του Μεγάλου Βασιλείου, του Κλήμεντα Αλεξανδρείας και του Ιωάννη Χρυσοστόμου.

Ερμηνεύοντας τις Γραφές ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί ότι «το να κατέχεται κανείς από ασυγκράτητο και άμετρο γέλωτα είναι απόδειξη ακράτειας και δεικνύει ότι δεν ελέγχει τας συγκινήσεις του και ότι δεν καταπιέζεται η χαλαρότητα της ψυχής με αυστηρή κριτική. Η συγκίνηση βέβαια της ψυχής δεν είναι απρεπές να εκδηλώνεται μέχρι και με ένα φωτεινό μειδίαμα, όσο διά να δείξει μόνον τον λόγο της Γραφής, ότι "όταν ευφραίνεται η καρδία, το πρόσωπο θάλλει". Αλλά ο δυνατός γέλως και οι αθέλητοι άτακτοι κινήσεις του σώματος δεν είναι γνωρίσματα εκείνου που ελέγχει την ψυχή του ούτε του δοκίμου ούτε εκείνου που εξουσιάζει τον εαυτόν του» («Οροι κατά πλάτος, Β'»).

Ο Βασίλειος είναι σαφής και για τον Ιησού: «Ο Κύριος εις καμίαν περίπτωση δεν φαίνεται ότι εγέλασεν, όσον ημπορούμε να κρίνουμε από τις ευαγγελικές αφηγήσεις, αλλά και χαρακτήριζε δυστυχισμένους τους κατεχομένους από τον γέλωτα». Οσο για τις αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης στο γέλιο και πάλι ο Αγιος της Καπαδοκίας δεν αφήνει ερωτηματικά: «Ας μη παραπλανώμεθα από την αμφίβολον σημασία της λέξεως "γέλως". Διότι η Γραφή πολλάκις ονομάζει γέλωτα την χαράν της ψυχής και την φαιδράν διάθεσιν, που δημιουργείται από τα συμβαίνοντα αγαθά».

Εξάλλου, ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο του μεγάλου του έργου «Παιδαγωγός» στο γέλιο («Περί γέλωτος»). Η άποψή του είναι ότι πρέπει να εξορίζονται οι γελωτοποιοί: «Τους ανθρώπους που μιμούνται τα γελοία ή μάλλον τα καταγέλαστα πάθη πρέπει να τους απομακρύνουμε από την πολιτεία μας».

Κατά μείζονα λόγο δεν πρέπει να τους μιμούμαστε: «Αν λοιπόν πρέπει ν' αποβάλουμε τους γελωτοποιούς από την πολιτεία μας, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να γελωτοποιούμε. [...] Αλλά και τον ίδιο τον γέλωτα πρέπει να χαλιναγωγούμε. Διότι το γέλιο, όταν εξάγεται με τον τρόπο που αρμόζει, εμφανίζει κοσμιότητα, όταν όμως δεν εκδηλώνεται έτσι, δείχνει ακολασία. [...] Επειδή δηλαδή ο άνθρωπος είναι γελαστικό ζώο, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γελά για τα πάντα, αφού ούτε ο ίππος, που είναι χρεμετιστικός, δεν χρεμετίζει για τα πάντα. Ως λογικά ζώα πρέπει να κατευθύνομε τους εαυτούς μας με μετριοπάθεια, χαλαρώνοντας αρμονικώς την αυστηρότητα και την υπερένταση του ζήλου μας, χωρίς να τα διαλύομε δυσαρμονικά. Η κόσμια και αρμονική άνεσις του προσώπου, σαν οργάνου, ονομάζεται μειδίαμα, κι έτσι στο πρόσωπο ανακλάται η διάχυσις και το γέλιο ανήκει στους σώφρονες. Η δυσαρμονική όμως έκλυσις του προσώπου, αν γίνεται στις γυναίκες, ονομάζεται κιχλισμός που είναι πορνικό γέλιο, κι αν γίνεται στους άνδρες, ονομάζεται καγχασμός και είναι γέλιο προκλητικό κι υβριστικό. [...] Πρέπει επίσης να γίνεται εκπαίδευσις στο μειδίαμα. Αν πρόκειται για αισχρά πράγματα, πρέπει να φαινόμαστε μάλλον ότι κοκκινίζουμε, παρά ότι χαμογελούμε, για να μη νομιστεί ότι συμμετέχουμε στην ηδονή από συμπάθεια. [...] Για τα μειράκια μάλιστα και τις γυναίκες ο γέλωτας είναι ολίσθημα προς τις διαβολές» (Ο Παιδαγωγός, Λόγος Β', 46-47).

Ο πιο σκληρός αντίπαλος του γέλιου μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας ήταν χωρίς αμφιβολία ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Στο Υπόμνημά του για την Προς Εβραίους Επιστολή του Παύλου (Ομιλία ΙΕ’) αναπτύσσει μια εκτενή διατριβή εναντίον του γέλιου, το οποίο ευθέως συνδέει με τον διάβολο: «Στέκεσαι και γελάς όπως οι κοσμικές γυναίκες, προκαλώντας τα γέλια σαν τις γυναίκες του θεάτρου; Αυτό τα ανέτρεψε όλα, αυτό τα κατέρριψε. Κατάντησαν τα δικά μας γέλως και πολιτισμός και αστειότητα. Τίποτα το σταθερό, τίποτα το στερεό. Δεν τα λέγω αυτά μόνο προς τους κοσμικούς άνδρες, αλλά γνωρίζω ποιους υπαινίσσομαι. Γέμισε η Εκκλησία από γέλωτα.  Αν ο τάδε πει κάποιο αστείο, αμέσως προκαλούνται γέλια σ' εκείνους που κάθονται. Και το θαυμαστό είναι ότι πολλοί δεν σταματούν να γελούν και κατά την ίδια την ώρα της ευχής. Παντού χορεύει ο διάβολος, όλους τους ντύθηκε, όλους τους εξουσιάζει».