Ο ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ & ΠΑΠΙΚΩΝ

 

"ΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΔΕΣΜΙΟ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ" (Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΑΛΚΙΑΝΑΚΗΣ)

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς και με ποιο αντικείμενο  διαλέγονται οι εκπρόσωποι της Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή ιστορικοθεολογική αναδρομή από την πρώτη επίσημη συνάντηση, το 1980, Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Παπικής Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέχρι σήμερα. Η πρώτη  συνάντηση έγινε στο νησί της Αποκαλύψεως και τη Ρόδο.  Από τότε η Μικτή Επιτροπή συνήλθε σε Ολομέλεια σε οκτώ  γενικές συνελεύσεις και εξέδωσε τέσσερα κοινά θεολογικά κείμενα, τα τρία πρώτα των οποίων αναφέρονταν στη μυστηριακή φύση, την αποστολικότητα και την ιεραρχική δομή της Εκκλησίας. Το τέταρτο όμως που εκδόθηκε το 1993 στο Λίβανο στην ορθόδοξη Μονή του Μπελεμέντ αφορούσε το γνωστό θέμα της  αποκαλούμενης «Ουνίας» (από τη λατινική λ. unio=ένωση), ένα από τα πιο  σοβαρά και ακανθώδη προβλήματα αντιπαράθεσης στις σχέσεις με την Ορθοδοξία - , επισημαίνοντας αφενός ότι η «Ουνία» ως μέθοδος κατά το παρελθόν για την επίτευξη της ενότητας απορρίπτεται σήμερα και από τους ίδιους τους Ρωμαιοκαθολικούς Θεολόγους, και αφετέρου ότι οι Ανατολικές Ουνιτικές Καθολικές  Εκκλησίες έχουν  το δικαίωμα να αποφασίσουν αν θα μείνουν ενωμένες με τη Ρώμη ή θα επανέλθουν από εκεί που αποσχίσθηκαν. Η συνάντηση της Μικτής Επιτροπής η οποία συνήλθε στην 8η  κατά σειρά Συνέλευσή της στη Βαλτιμόρη των Η.Π.Α., πάλι με αντικείμενο την «Ουνία», απέδειξε με τον πιο απογοητευτικό τρόπο πόσο είχαν πλανηθεί οι Θεολόγοι που μετείχαν του Διαλόγου ως προς τις πραγματικές διαθέσεις του Βατικανού. Λίγο πριν από τη συνάντηση της Βαλτιμόρης ο Πάπας Ιωάννης – Παύλος ο Β΄ έγραψε κυνικότατα προς τον Συμπρόεδρο Καρδινάλιο Ed. Cassidy τα εξής: «Πρέπει να δηλωθεί στους Ορθοδόξους ότι οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες για την Εκκλησία της Ρώμης χαίρουν της αυτής εκτιμήσεως ως και πάσα άλλη Εκκλησία εν κοινωνία προς την Ρώμην τελούσα» Η στυγνή και απερίφραστη αυτή δήλωση του Πάπα, όπως ήταν φυσικό, δεν άφηνε πια περιθώρια στους Ορθοδόξους για τη συνέχιση ενός Διαλόγου, ο οποίος ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες είχε καταστεί ανάγκη να περιορισθεί σε ένα και μοναδικό θέμα, την «Ουνία» και το συναφή προσηλυτισμό. Όπως έγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας κ. Στυλιανός, «Είναι βέβαιο ότι η εκείνη η Συνέλευση της Ολομελείας εν Βαλτιμόρη θα μείνει στη μνήμη όλων όσοι έζησαν εκ του φυσικού ως η πλέον επαίσχυντος σελίς εις την ιστορίαν του Διαλόγου. το Βατικανό είναι ακόμη δέσμιο της μεσαιωνικής του νοοτροπίας ». Ύστερα από έντονες αντιπαλότητες, ο Διάλογς οδηγήθηκε  στην προσωρινή διακοπή του, οποίος ύστερα από έξι χρόνια  επανενεργοποιήθηκε  με τη Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής στο Βελιγράδι. Η Μικτή Επιτροπή δεν εγκατέλειψε τη θεματολογία της «Ουνίας», και θα επανέλθει εν καιρώ, αλλά προς το παρόν η προσοχή εστιάζεται στο βασικότερο πρόβλημα που χωρίζει τις δύο Εκκλησίες, δηλ. στο «Πρωτείο» του επισκόπου Ρώμης, το οποίο και αποτελεί την εκκλησιολογική και κανονική θεμελίωση της ύπαρξης των διαφόρων Καθολικών Ανατολικών Εκκλησιών, οι οποίες  είναι σήμερα 22 τον αριθμό και των οποίων οι πιστοί είναι σχεδόν 20.000.000 σε όλο τον κόσμο.  

Η Μικτή Επιτροπή στην 10η  κατά σειρά Συνέλευση της στη Ραβέννα (8-14 Οκτωβρίου 2007) συνέχισε τις εργασίες της 9ης Συνέλευσης στο Βελιγράδι (18-25 Σεπτεμβρίου 2006)  με τη μελέτη του θέματος «Εκκλησιολογικές και Κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Εκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότητα και Εξουσία μέσα στην Εκκλησία».   Στο Βελιγράδι μελετήθηκε το θέμα της Συνοδικότητας και Εξουσίας μέσα στην Εκκλησία σε τοπικό και διεπαρχιακό (περιφερειακό) επίπεδο. Στη Ραβέννα εξετάσθηκε το θέμα σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλ. της ανά την οικουμένη Εκκλησίας, της καθόλου Εκκλησίας, με ιδιαίτερη αναφορά στην Εκκλησία της Ρώμης και στον επίσκοπο της, θεωρούμενος ως πρώτος τη τάξει στα πλαίσια της αρχαίας «Πενταρχίας» των Πατριαρχών.

Η Μικτή Επιτροπή ενέκρινε ένα θεολογικό κείμενο (10 σελίδων με 46 παραγράφους), ένα πρώτο βήμα που δεν έλυσε βέβαια το ακανθώδες αυτό θέμα του πρωτείου στην ουσία του, αλλά προσφέρει στο θεολογικό διάλογο μια πρώτη ιστορικό-κανονική βάση για την περαιτέρω μελέτη. Γι’ αυτό και αποφασίσθηκε το θέμα της προσεχούς  11ης Συνέλευσης που θα γίνει το 2009 να είναι «Ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης στην κοινωνία των  Εκκλησιών κατά την πρώτη χιλιετία».  Ο διεθνής και ελληνικός τύπος έσπευσε με πομπώδεις τίτλους να παρουσιάσει το κείμενο της Ραβέννας ως «ιστορική συμφωνία» και να συμπεράνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά αναγνώρισε το «πρωτείο του Πάπα».  Τα πράγματα βέβαια δεν είναι τόσο απλά. Γι’ αυτό και θα πρέπει να δοθεί μια αντικειμενικότερη και ρεαλιστική αξιολόγηση του κειμένου, δεδομένου ότι μια μακραίωνη χιλιετής δογματική διαφορά δεν μπορεί να λυθεί σε μια ή δυο δεκαετίες ή από μια Μικτή Θεολογική Επιτροπή.  Το κείμενο της Ραβέννας και η έγκριση του  από τα μέλη της Μικτής Επιτροπής δεν αποτελεί ασφαλώς επίσημη πράξη διδασκαλίας, και δεν δεσμεύει επομένως τις  Εκκλησίες τους, αλλά είναι μόνον έκφραση μιας κοινής θεολογικής αναζήτησης. Από τον ίδιο τον τίτλο του κειμένου «Εκκλησιολογικές και Κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας» προκύπτει ότι η προσοχή της θεολογικής έρευνας εστιάζεται στη μυστηριακή φύση και δομή της Εκκλησίας, Πριν όμως εισέλθει στο κύριο θέμα της, και προς αποφυγή τυχόν παρανοήσεων ως  προς την εκκλησιολογική ταυτότητα και αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας, η Μικτή Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να διευκρινίσει σε  υποσημείωση  ότι «οι Ορθόδοξοι συμμετέχοντες θεώρησαν σημαντικό να υπογραμμίσουν ότι η χρήση των όρων ¨η Εκκλησία¨, ¨η ανά τον κόσμο Εκκλησία¨  ¨η αδιαίρετη Εκκλησία¨  και το ¨Σώμα Χριστού¨ στο παρόν έγγραφο και σε παρόμοια έγγραφα, που παρήχθησαν από τη Μικτή  Επιτροπή σε καμία περίπτωση δεν υπονομεύουν την αυτοαντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, για την οποία ομιλεί το Σύμβολο της Νικαίας. Από την Καθολική σκοπιά ισχύει η αυτή αυτοεπίγνωση: η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ¨υφίσταται (subsistit) εν τη Καθολική Εκκλησία¨ (LumenGentium, 8), ενώ αυτό δεν αποκλείει την αναγνώριση ότι  στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι παρόντα εκτός της Καθολικής Εκκλησίας». Όμως, η αμοιβαία αυτή επισήμανση αφήνει ανοικτό το ερώτημα, αν και η Ορθόδοξη πλευρά αναγνωρίζει   ότι στοιχεία καθαγιασμού και αληθείας  είναι παρόντα και εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.   Η υποσημείωση αυτή προφανώς κρίθηκε αναγκαία μετά  ένα πρόσφατο έγγραφο της Συνοδικής Επιτροπής της Αγίας Έδρας για τη Διδασκαλία της Πίστεως (Congregatio pro Doctrina Fidei), στις 29 Ιουνίου 2007, με το οποίο υπό μορφή Ερωταποκρίσεων επαναλαμβάνεται η πάγια εκκλησιολογική θέση της Καθολικής Εκκλησίας ότι η Εκκλησία του Χριστού ταυτίζεται αποκλειστικά με την Καθολική Εκκλησία. Στο ερώτημα πού «υφίσταται» (subsistit) η Εκκλησία του Χριστού, το έγγραφο αυτό απαντά: «Ο Χριστός ίδρυσε πάνω στη γη μια και μόνη Εκκλησία ... Eίναι η μόνη  Εκκλησία του Χριστού, που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως: μια, αγία, καθολική και αποστολική ... Αυτή η Εκκλησία που ιδρύθηκε και οργανώθηκε μέσα στον κόσμο ως κοινωνία «υφίσταται» (subsistit) μέσα στην Καθολική Εκκλησία, την οποία κυβερνά ο Διάδοχος του Πέτρου και οι Επίσκοποι εν κοινωνία με αυτόν... ‘Υφίσταται’  σημαίνει ότι  όλα τα στοιχεία που καθόρισε  ο Κύριος για την Εκκλησία Του διατηρούνται μέσα στην Καθολική Εκκλησία σε μια αιώνια ιστορική διάρκεια. Κατά την Kαθολική  διδασκαλία, ενώ μπορεί ορθώς να λεχθεί ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργεί και στις άλλες Εκκλησίες και  εκκλησιαστικές Κοινότητες, οι οποίες δεν είναι ακόμη σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία,  χάρη στα στοιχεία αγιασμού και αλήθειας που υπάρχουν σε αυτές,  αντίθετα η έκφραση  ‘υφίσταται’  (subsistit) μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στην Καθολική Εκκλησία, γιατί αναφέρεται ακριβώς στο γνώρισμα της ενότητας που ομολογούμε στα σύμβολα της πίστεως (Πιστεύω εις μιαν..). Και αυτή η  «μια» Εκκλησία υφίσταται στην Καθολική Εκκλησία». Για τις άλλες Εκκλησίες  το έγγραφο  διασαφηνίζει ότι η χρήση  της έκφρασης «υφίσταται μέσα στην Καθολική Εκκλησία» (subsistit in Ecclesia Catholica)... βρίσκει την πραγματική της αιτιολογία στο γεγονός ότι εκφράζει σαφέστερα ότι έξω από τις ορατές δομές της Καθολικής Εκκλησίας, συναντώνται πολλά στοιχεία αγιότητας και αλήθειας, τα οποία  χάρη στη δωρεά του Θεού ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού και ωθούν προς την καθολική ενότητα.  Γι’ αυτό οι ίδιες αυτές χωρισμένες Εκκλησίες και Κοινότητες, αν και πιστεύουμε ότι έχουν ελλείψεις, δεν στερούνται καθόλου σημασίας και βαρύτητας. Πράγματι, το Πνεύμα του Χριστού δεν αρνείται να τις χρησιμοποιήσει ως όργανα σωτηρίας, των οποίων η αξία προέρχεται από την ίδια την πληρότητα της χάριτος και της αλήθειας, που το Aγιο Πνεύμα έχει εμπιστευθεί  στην Καθολική Εκκλησία». Είναι προφανές ότι η μη αναγνώριση του πρωτείου του Πάπα από τις άλλες Εκκλησίες θεωρείται ως εκκλησιολογική ανεπάρκεια. Όπως ήταν φυσικό η πρόσφατη αυτή διακήρυξη της Αγίας Έδρας, τρεις μήνες ακριβώς πριν τη Συνάντηση της Ραβέννας, προκάλεσε πολλά σχόλια, αντιδράσεις  και προβληματισμούς σε πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, διερωτώμενες για τι νόημα μπορεί πλέον να έχει ένας θεολογικός Διάλογος μετά μια τέτοια κατηγορηματική διακήρυξη «εκκλησιολογικής αποκλειστικότητας». Όπως ανέφερα, η υποσημείωση αυτή τέθηκε προς αποφυγή τυχόν  παρανοήσεων ως  προς την εκκλησιολογική ταυτότητα και αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι είναι  Καθολική,  και η Εκκλησία της Ρώμης ομολογεί ότι είναι Ορθόδοξη στην πίστη.   Πρέπει γι’ αυτό να συμπληρώσουμε ότι και η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύττει την ίδια αυτοαντίληψη και αυτοεπίγνωση, μάλιστα κατά τρόπον απόλυτα αποκλειστικό ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, για την οποία ομιλεί το Σύμβολο της Νικαίας. Ένας Ορθόδοξος έλληνας θεολόγος έγραψε σχετικά:   «Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν  κάνει χρήση της έκφρασης ¨η Εκκλησία του Χριστού υφίσταται (subsistit) μέσα στην Ορθόδοξη  Εκκλησία¨, αλλά, έχοντας την αυτοσυνειδησία ότι οντολογικά είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, ταυτίζει απόλυτα την Εκκλησία του Χριστού με την Ανατολική Ορθόδοξη του Χριστού Εκκλησία. Οι εκτός της Ορθοδοξίας άλλες Εκκλησίες, όπως ο Ρωμαιοκαθολικισμός, και χριστιανικές Κοινότητες έχουν σοβαρά μειονεκτήματα και ελλείψεις, τα δε στοιχεία αγιότητας και αλήθειας που κατέχουν έχουν αξία και βαρύτητα μόνον στο βαθμό και εφόσον ωθούν τους ετεροδόξους με τη χάρη του Θεού να προσεγγίσουν και να ασπασθούν την Ορθοδοξία... (Βλ. άρθρο του δρ. Φιλολογίας και Θεολόγου Αντώνη Ιακ. Ελευθεριάδη, Εφημ. Ορθόδοξος Τύπος, 19. 10, 2007). Αυτή ακριβώς η αυτοσυνειδησία και των δύο Εκκλησιών δικαιολογεί και επιβάλλει το διάλογο αληθείας εν αγάπη  για την αποκατάσταση της ενότητας, για την οποία προσευχήθηκε ο ιδρυτής της Εκκλησίας Χριστός  «ίνα πάντες εν ώσιν». Η Ρωμαϊκή Εκκλησία και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες προσήλθαν στο θεολογικό διάλογο με την ίδια  αυτοσυνειδησία της εκκλησιολογικής τους ταυτότητας.