Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ

 

Με τον αρχαίο και νεότερο όρο «Αρχιεπίσκοπος» δηλώνεται η διοικητική ή η τιμητική διάκριση εκείνου που φέρει το λειτούργημα του Πρώτου βαθμού της Ιεροσύνηςe, τουτέστι του επισκόπου. Η λέξη Αρχιεπίσκοπος απαντά από τον Δ’ και τον Ε’  αιώνα, με διττή κυρίως έννοια και χρήση: πρώτα ως τίτλος του επισκόπου Αλεξανδρείας και στη συνέχεια του επισκόπου Ρώμης και άλλων μεγάλων εκκλησιών, πριν από τα μέσα του Δ’ αιώνα για τον Πρώτον, ευθύς δε ύστερα για τον δεύτερο και κατά τον Ε’ αιώνα απαντά με την δεύτερη έννοια, δηλαδή κατώτερη θέση εκείνη του μητροπολίτη,  με την προσθήκη κυρίως του προσδιορισμού «αυτοκέφαλος». Απαντά στη δύση και με τρίτη έννοια, την έννοια του μητροπολίτη. Είναι μαρτυρημένο από τα ιερά κείμενα της Καινής Διαθήκης πως ο όρος Αρχιεπίσκοπος ή Mητροπολίτης ή Πρώτος στην αρχέγονη Αποστολική Εκκλησία δεν υπήρχε. Κάθε Απόστολος και κάθε επίσκοπος ήταν και είναι εις «τύπον και τόπον του Χριστού» και γι’ αυτό δεν υπήρχε “Πρώτος”. Κάθε φορά που γινόταν Σύνοδος λειτουργούσε το λεγόμενο Συνοδικό σύστημα και υπήρχε Πρόεδρος της Συνόδου. Αυτό το βλέπουμε στην πρώτη Αποστολική Σύνοδο, στην οποία προήδρευσε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Ιάκωβος, ο οποίος ήταν Πρόεδρος της Συνόδου και όχι “Πρώτος”. Αργότερα όμως εισήχθη ο όρος και ο θεσμός του “Πρώτου” στην Εκκλησία. Υπάρχουν πολλοί Κανόνες των Τοπικών Συνόδων που αναφέρονται στη θέση και την αξία του “πρωτεύοντος” σε κάθε τοπική Εκκλησία. Νομίζω ότι θα μας βοηθούσε πολύ στην κατανόηση της ορολογίας γύρω από το επισκοπικό αξίωμα η ερμηνεία που δίνει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης πάνω στον γνωστό λδ' Αποστολικό Κανόνα, διότι είναι πολύ καθοριστική και ουσιαστική, η αυτόχρημα πεμπτουσία όλων των Κανόνων της Εκκλησίας πάνω στο θέμα αυτό. Γράφει λοιπόν ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: “Σημείωσαι, ότι, ο των Επισκόπων πρώτος, λέγεται, κατά μεν τον ς' Σαρδικής, Επίσκοπος της Μητροπόλεως, και Έξαρχος της επαρχίας, κατά δε τον λδ' και άλλους της εν Καρθαγένη πρωτεύων. Κατά δε τον μς' της αυτής, ονομάζεται Επίσκοπος της πρώτης καθέδρας, κοινώς δε, κατά τους περισσοτέρους Κανόνας ονομάζεται Μητροπολίτης. Ο δε των Μητροπολιτών πρώτος ονομάζεται, ή Έξαρχος της διοικήσεως, κατά τον θ' και ιζ' της δ' και ς' της β' ή Πατριάρχης. Και όρα την β' υποσημείωσιν του ς', της α'. Έξαρχος δε των ιερέων, ή άκρος ιερεύς ου λέγεται κατά τον μς' της Καρθαγένης, επειδή όν λόγον και τάξιν έχει ο Μητροπολίτης προς τους Επισκόπους, τον αυτόν έχει και ο Πατριάρχης προς τους Μητροπολίτας. Και καθώς ο Μητροπολίτης είναι πρώτος και κεφαλή των Επισκόπων, ούτως είναι και ο Πατριάρχης πρώτος και κεφαλή των Μητροπολιτών, διά τούτο και ο παρών Αποστολικός Κανών, όχι περισσότερον νοείται διά τους Επισκόπους προς τον Μητροπολίτην, παρά διά τους Μητροπολίτας προς τον Πατριάρχην, αλλ’ εξ ίσου και διά τους δύο ομού”. Στην ερμηνευτική αυτή σημείωση του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου φαίνεται καθαρά ότι ο Επίσκοπος της πρώτης Καθέδρας λέγεται Μητροπολίτης. Ο “Πρώτος” των Μητροπολιτών ονομάζεται στους κανόνες ή Έξαρχος ή Πατριάρχης. Δηλαδή, ο Μητροπολίτης είναι “Πρώτος” και κεφαλή των Επισκόπων και ο Πατριάρχης “Πρώτος” των Μητροπολιτών. Οι Κανόνες που αναφέραμε, και τους επικαλούνται όλοι όσοι τους χρησιμοποιούν για την περίπτωση αυτή αναφέρονται στις σχέσεις των Επισκόπων προς τους Μητροπολίτες και όχι των Μητροπολιτών προς τον Πατριάρχη. Και βεβαίως ο “Πρώτος” των Μητροπολιτών λέγεται ή Έξαρχος Διοικήσεως ή Πατριάρχης.

Να έρθουμε τώρα στον όρο «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος». Κατά την ανύψωση των Επισκοπών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος σε Μητροπόλεις και των ποιμαινόντων αυτές Επισκόπων σε Μητροπολίτες, του δε Μητροπολίτου Αθηνών σε Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος έγινε το εξής πρωτάκουστο και καινοφανές: Οι μεν Επίσκοποι ή Αρχιεπίσκοποι, οι οποίοι προηγουμένως ήταν υποχρεωμένοι να μνημονεύουν, κατά τον ΛΔ' Κανόνα των Αγίων Αποστόλων, τον Προκαθήμενό  τους Μητροπολίτη, ανυψώθηκαν όντως διά της, έστω και υπό πληθωριστική γενίκευση, απονομής σε αυτούς του τίτλου "Μητροπολίτης". Ο περιέργως όμως Αρχιεπίσκοπος ονομασθείς, τέως Μητροπολίτης Αθηνών, προς δήθεν ανύψωσή του, έπαυσε να έχει εφεξής το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του μνημόσυνού του από  εκείνους, καίτοι εξακολουθεί να προεδρεύει, ως η κανονική κεφαλή και τής Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και της Συνόδου της όλης Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, διαθέτοντας μάλιστα τώρα, ­ ποια ειρωνεία! ­ επί το εμφαντικότερο και το πρόσθετο στοιχείο "Πάσης Ελλάδος" στον τίτλο. Στερηθείς όμως ο Πρώτος της τοπικής Εκκλησίας, και δη της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, του κανονικού μνημοσύνου, αποψιλώθηκε κατά απαράδεκτο τρόπο της οίκοθεν κανονικής δυνάμεως και του κύρους αυτού. Το δε ακόμη περισσότερο περίεργο και ανήκουστο, μνημονεύεται τώρα, αντί του συγκεκριμένου και επωνύμου Προκαθημένου, απρόσωπος θεσμός διά του γνωστού και απροσδιορίστου εκείνου της "Ιεράς ημών Συνόδου", μοναδική περίπτωση, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζουμε, στην  καθόλου Ορθόδοξη Εκκλησία. Να προσθέσουμε τώρα λίγες χρήσιμες λεπτομέρειες πάνω στην υιοθέτηση του όρου «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών». Από το έτος 1922 επήλθε ουσιώδης μεταβολή, σύμφωνα με την οποία διά νόμου της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως απονεμήθηκε σε όλους τους επισκόπους της Εκκλησίας της Ελλάδος ο τίτλος του Μητροπολίτη, ο δε Μητροπολίτης Αθηνών πήρε και την ονομασία «Έξαρχος Πάσης Ελλάδος» και προσαγορεύθηκε «Μακαριώτατος». Αν για τον Μητροπολίτη Αθηνών καταργείτο ο τίτλος του Μητροπολίτη και παρέμενε μόνο ο τίτλος του Έξαρχου, μπορούσε ασφαλώς να δικαιολογηθεί και η προσαγόρευση του «Μακαριωτάτου». Αλλά μια τέτοια προσαγόρευση φέρουν μόνον Πρόεδροι Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, Αρχιεπίσκοποι και Πατριάρχες, ο δε τίτλος του Έξαρχου δεν αρμόζει σε αυτόνομο και αυτοκέφαλο Πρόεδρο Εκκλησίας. Ο Αθηνών έφερε τον τίτλο Έξαρχος, όταν βρισκόταν υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σε Πρόεδρο μάλιστα αυτοκέφαλης Εκκλησίας ανήκει ο τίτλος του Αρχιεπισκόπου ή του Πατριάρχη, αλλά επί πλέον, εφόσον όλοι οι επίσκοποι της Εκκλησίας της Ελλάδος προσαγορεύτηκαν Μητροπολίτες, ο Αθηνών, χάρη στη θέση του και στη σειρά των λοιπών Προέδρων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, από τους οποίους ο της Σερβίας και Ρουμανίας έσπευσαν να προσλάβουν τον τίτλο του Πατριάρχη, και χάριν της κανονικής ακρίβειας το 1923 με απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και με νομοθετική ρύθμιση της Δικτατορίας ονομάστηκε ο Αθηνών «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος». Να σημειωθεί εδώ ότι, όπως παρατηρούν καθηγητές της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, μεταξύ των οποίων ο αείμνηστος καθηγητής μου Γεράσιμος Κονιδάρης,  η γνώμη αυτή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου μπορεί βέβαια να είναι σωστή, αλλά είναι ατελής, γιατί η απονομή του τίτλου του μητροπολίτη σε όλους τους επισκόπους της Ελλάδος είναι, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, απαράδεκτη, εφόσον αντίκειται σε κανόνες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν Εκκλησία που έχει μητροπόλεις, χωρίς επισκόπους, ακόμα γιατί, χωρίς λόγο και αιτία, καταστρέφεται η έννοια της μητρόπολης, όπως γινόταν σε περιόδους μέγιστης παρακμής του Ελληνισμού. Και το ακόμη χειρότερο, καταστρέφει τον αποστολικό όρο του Πρώτου βαθμού της Ιεροσύνης, του «επισκόπου», τον οποίο αφήνει μόνο στους βοηθούς επισκόπους, οι οποίοι είναι επίσκοποι χωρίς δικαιοδοσίες, σε υποδεέστερη θέση από εκείνην των «χωρεπισκόπων», δηλαδή των επισκόπων των «αγρών» του Δ’ αιώνα!. Είναι λοιπόν παρακμή να έχουμε Αρχιεπίσκοπο που να προηγείται μητροπολιτών  χωρίς επισκόπους! Δεν νομίζω πως είναι άκαιρο να προτείνω μαζί με διακεκριμένους Κανονολόγους ότι με τη νέα εκλογή Αρχιεπισκόπου της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, στη θέση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, πρέπει αργά ή γρήγορα να τεθεί θέμα αναμόρφωσης του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τη σωστή ιστορική κατεύθυνση ενός κανονικού μητροπολιτικού συνοδικού συστήματος διοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το σύστημα που εφαρμόζεται σήμερα στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος θεσπίστηκε ατυχώς σε ώρα πνευματικής και εθνικής κρίσης από την Γ’ Εθνοσυνέλευση, λίγο πριν από την κατάρρευση της Μικράς Ασίας. Επομένως, καλώς μεν φέρει τον τίτλο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κακώς δε τον τίτλο του Μητροπολίτη φέρουν οι λοιποί επίσκοποι. Θα μπορούσαν να υπάρχουν 8-9 Μητροπολίτες με επισκόπους, και ακόμη κακώς καταργήθηκε ο ενδιάμεσος διοικητικός κρίκος του αρχιεπισκόπου. Τέλος, επειδή πολλά λέγονται για το μεταθετό των Μητροπολιτών, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να επιτραπεί το επάρατο μεταθετό των Μητροπολιτών, που ήταν και είναι η κυριότερη αιτία συναλλαγών που δεν τιμούν το σώμα των Επισκόπων.